ΠΑΠΑ-ΜΑΡΙΝΟΣ ΒΑΡΛΑΣ: ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΙΚΟΥ ΚΛΗΡΟΥ
Πέτρος Πετράτος
Η ομιλία εκφωνήθηκε στην κοινή εκδήλωση Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης και Φιλαρμονικής Σχολής Πάλλης στο Μουσείο Ληξουρίου στις 24-5-2025.
Εισαγωγικά
—Σήμερα που βομβαρδίζονται αξίες και άνθρωποι, σήμερα που στη Γάζα ισοπεδώνονται σπίτια και όνειρα, σήμερα είναι χρήσιμο να θυμηθούμε τον εξίσου άνισο αγώνα των προγόνων μας ριζοσπαστών, οι οποίοι όμως θαρραλέα και με αξιοπρέπεια αντιμετώπισαν τις ποικίλες διώξεις των Άγγλων προστατών.
Και τότε, οι Άγγλοι κυρίαρχοι γκρέμιζαν τα σπίτια των αγωνιστών, τα ισοπέδωναν, για να εξαναγκάσουν τους αγωνιστές-ιδιοκτήτες των σπιτιών να παραδοθούν στις αρχές. Κατά την εξέγερση της Σκάλας τον Αύγουστο του 1849 πολλά σπίτια κάηκαν, κατεδαφίστηκαν ή ξηλώθηκαν οι στέγες τους. Εκείνη, μάλιστα, η άγρια καταστολή της εξέγερσης συμπυκνώθηκε στη λαϊκή κατάρα της εποχής: «Να περάσουν Άγγλοι από το σπίτι σου», να σου ισοπεδώσουν δηλαδή το σπίτι.
–Σήμερα που χιλιάδες γυναικόπαιδα ξεκληρίζονται στη Γάζα, σήμερα που η γενοκτονία ολοκληρώνεται σ’ εκείνη την αιματοβαμμένη Λωρίδα, σήμερα που μεγαλόσχημοι ηγέτες του λεγόμενου ελεύθερου κόσμου προτείνουν τα απομεινάρια των Παλαιστινίων να μεταφερθούν κάπου μακριά από το γενέθλιο τόπο τους, δεν μπορεί παρά να θυμηθούμε ανάλογα «ανθρωπιστικά» μέτρα των Άγγλων προστατών μας.
Και τότε, οι Άγγλοι, για να απαλλαγούν από τους ενοχλητικούς ριζοσπάστες αγωνιστές είχαν καταλήξει, ειδικά μετά τις αιματηρές εξεγέρσεις στο νησί μας το 1848 και 1849, στην εφαρμογή «ενός σχεδίου μετανάστευσης [των απείθαρχων Κεφαλονιτών] στη Δυτική Αυστραλία». Τα σχετικά έγγραφα σώζονται στα Αρχεία του τότε λεγόμενου Υπουργείου Αποικιών της Αγγλίας.
–Σήμερα που η συλλογική δράση και αλληλεγγύη δαιμονοποιούνται, σήμερα που ο υπερασπιστής της ειρήνης και της ανθρωπιάς χαρακτηρίζεται επικίνδυνος, σήμερα που το δολοφονικό κράτος του Ισραήλ αρνείται τον εφοδιασμού των «ελεύθερων πολιορκημένων» της Γάζας με τρόφιμα, νερό και φάρμακα, για να τους εξαναγκάσει στην τελική παράδοση, σήμερα, λοιπόν, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά, έχουμε ανάγκη να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις, στη δική μας συναδέλφωση και αλληλοϋποστήριξη, για να αντιπαλέψουμε την κρατική βαρβαρότητα και τρομοκρατία.
Εξάλλου, και τότε, στα χρόνια των αγώνων κατά της Αγγλοκρατίας, και ενώ είχε κατασταλεί η εξέγερση του 1849, ο Άγγλος αρμοστής διατήρησε για αρκετούς μήνες παραπάνω το στρατιωτικό νόμο και το θαλάσσιο αποκλεισμό ειδικά στο Ληξούρι, επειδή οι κάτοικοί του είχαν προσφέρει καταφύγιο στον αρχηγό της εξέγερσης, τον Θοδωρή Βλάχο.
–Σκόπιμα στάθηκα στα σύγχρονα προβλήματα της εγκληματικής πολιτικής του Ισραήλ στη Γάζα, ακριβώς για να φανεί η διαχρονικότητα της βαρβαρότητας του πολέμου από τη μια πλευρά και του αγώνα των λαών από την άλλη.
–Σήμερα, λοιπόν, έχουμε ανάγκη από πρότυπα αγνά και μαχητικά. Και οι ριζοσπάστες παραμένουν για μας οδηγοί σταθεροί. Σήμερα πρέπει να ξαναδιαβάσουμε τα λόγια τους και να βαδίσουμε στο δικό τους δρόμο, στο δρόμο του αγώνα, της τιμής και της αξιοπρέπειας.
Έτσι, απόψε επέλεξα να σας μιλήσω όχι για κάποια σημαντική προσωπικότητα του ριζοσπαστισμού, αλλά για έναν καθημερινό, θα έλεγα, άνθρωπο, για έναν απλό ιερωμένο, ο οποίος όμως, πιστός στα ριζοσπαστικά πιστεύω του μπορεί να γίνει οδηγός μας για το σήμερα.
Ριζοσπαστισμός και Ορθοδοξία
Στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα (1815-1864) και ειδικότερα στην Κεφαλονιά διαμορφώθηκε και έδρασε μετά το 1848 ένα ρωμαλέο ριζοσπαστικό κίνημα. Το κίνημα αυτό μέσα από τις εφημερίδες του, τις πολιτικές λέσχες του και γενικότερα μέσα από την αγωνιστική του δραστηριότητα θα μπολιάσει την τοπική κοινωνία με τις ιδέες και τις αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας, της δημοκρατικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας και θα εμπλουτίσει τον ενωτικό αγώνα με δημοκρατικά-κοινωνικά στοιχεία, απαιτώντας ένωση των Επτανήσων με μια Ελλάδα ανεξάρτητη και δημοκρατική. Ταυτόχρονα, ο επτανησιακός ριζοσπαστισμός, αν και είχε τις ιδεολογικές πηγές του στις Γαλλικές Επαναστάσεις του 1789 και του 1848, υπερασπίστηκε τη χριστιανική θρησκεία και την ορθόδοξη πίστη και λατρεία. Αυτά τα τελευταία μαζί με τη γλώσσα ήταν παράγοντες συνοχής της επτανησιακής κοινωνίας. Και τούτο έγκαιρα το διέγνωσαν οι ριζοσπάστες, γι’ αυτό και έθεσαν ως πολιτικό τους καθήκον τη διαφύλαξη και υποστήριξη της ορθόδοξης πίστης και των γνήσιων λειτουργών της.
Άλλωστε, μέσα στο πλαίσιο της ανθρωπιστικής διάστασης της ριζοσπαστικής ιδεολογίας οι αρχές της αδελφικής αγάπης και της αλληλεγγύης δε διέφεραν από εκείνες της χριστιανικής θρησκείας. Γι’ αυτό ακριβώς, σωστά εκτιμώντας την αξία και το ρόλο της ορθοδοξίας και κατ’ επέκταση του ορθόδοξου κλήρου, οι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες όχι μόνο αντιστάθηκαν απέναντι στις βρετανικές μεθοδεύσεις χειραγώγησης των εκκλησιαστικών πραγμάτων, αλλά και υπερασπίστηκαν τους συμπατριώτες τους κληρικούς και απέναντι στην ξενική Βρετανική Προστασία αλλά και απέναντι στην τοπική εκκλησιαστική Αρχή, η οποία συνεργαζόταν με το καθεστώς εναντίον των αγωνιστών ιερωμένων.
Ο «αγγλοχειροτόνητος» μητροπολίτης Σπυρίδων Κοντομίχαλος πήρε από την αρχή εχθρική στάση απέναντι στο ριζοσπαστικό κίνημα. Με ιδιαίτερη επιμονή στράφηκε εναντίον ριζοσπαστών ή φιλοριζοσπαστών ιερωμένων και συνεργάστηκε με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της αγγλοϊόνιας κυβέρνησης για την εξουδετέρωση των πρώτων. Πολλές φορές με εγκυκλίους και αποφάσεις του Κοντομίχαλου δεκάδες ιερείς τέθηκαν σε «κατ’ οίκον» περιορισμό ή εκτοπίστηκαν, δηλαδή εξορίστηκαν, σε μοναστήρια λόγω της ριζοσπαστικής ενωτικής τους δράσης. Μέσα σε αυτό, λοιπόν, το κλίμα κινήθηκε και δραστηριοποιήθηκε ένας υπέροχος ρασοφόρος αγωνιστής του ριζοσπαστισμού, ο παπα-Μαρίνος Βάρλας.
Η δράση και οι διώξεις του παπα-Βάρλα
Ο παπα-Μαρίνος Βάρλας υπήρξε γόνος σχετικά εύπορης οικογένειας από την Κοντογενάδα. Φαίνεται ότι οι σπουδές του δε σταμάτησαν στην εγκύκλια μόρφωση, καθώς αργότερα θα ασκήσει το διδασκαλικό λειτούργημα. Διέμενε με την οικογένειά του στο Ληξούρι και εφημέρευε σε εκκλησία της πόλης. (Τότε 30-35 ήταν οι ιερείς του Ληξουριού). Σύζυγός του ήταν η Μαρία Φαρακλού. Το ζευγάρι είχε παιδιά, χωρίς όμως να γνωρίζουμε περισσότερα στοιχεία. Σίγουρο είναι, πάντως, ότι έχασε δυο κοριτσάκια σε μικρή ηλικία, την Αγγέλικα 3 χρονών το 1851 και την Αλεξάνδρα 27 μηνών το 1853.
Από νωρίς ο παπα-Βάρλας έδειξε τα αντιβρετανικά του αισθήματα παράλληλα με τη θέλησή του να υπερασπιστεί την ορθόδοξη πίστη του χωρίς ταλαντεύσεις. Κατά την τριετία 1839-1841 η Βρετανική Προστασία προσπάθησε να μεταρρυθμίσει τις σχετικές με τους γάμους και τα διαζύγια εκκλησιαστικές διατάξεις, επιδιώκοντας έτσι τη χαλάρωση των βαθμών συγγένειας, την απλούστευση έκδοσης του διαζυγίου ή της ακύρωσης του γάμου, τη δυνατότητα τέλεσης μικτών γάμων κ.ά., με αποτέλεσμα σοβαρές διαμαρτυρίες και αντιδράσεις σε όλο το νησί από τον κλήρο και τους πιστούς. Ο παπα-Βάρλας αντέδρασε μαζί με τους περισσότερους ιερείς του Ληξουριού, υπήρξε όμως αρκετά βίαιη η αντίδραση του καθεστώτος, η οποία και επικεντρώθηκε για ευνόητους λόγους στον εκκλησιαστικό χώρο με διώξεις κληρικών και βεβηλώσεις εκκλησιών και μοναστηριών· και αντί ο τοπικός μητροπολίτης να διαμαρτυρηθεί για τις ασεβείς πράξεις των οργάνων της τάξης και να προστατεύσει τους ιερείς του, ανεχόταν, αν δε συμμετείχε κιόλας, στις διώξεις εκείνων των κληρικών που διαμαρτύρονταν. Τότε αρκετοί κληρικοί, ανάμεσα σε αυτούς και ο παπα-Βάρλας, εκτοπίστηκαν στο μοναστήρι της βραχονησίδας του Δία και σε εκείνο των Βαρδιάνων.
Στο μεταξύ, ο παπα-Βάρλας, προσανατολιζόμενος προς τη φιλελεύθερη ιδεολογία, δεν έκρυβε τα αντιπροστασιανά του αισθήματα αλλά και την αντιπάθειά του προς τους ντόπιους συνεργάτες και υποστηρικτές της Προστασίας. Δεν έχανε, μάλιστα, ευκαιρία να προκαλεί τους τελευταίους. Ιερουργώντας, για παράδειγμα, το 1846 στο μοναστήρι του Κορωνάτου, αρνήθηκε – όσο κι αν αυτό φαίνεται «αντιχριστιανικό» – να δώσει αντίδωρο σε αγγλόφιλους κυβερνητικούς.
Ανήσυχος καθώς ήταν και προβληματισμένος με την όλη καταπιεστική πολιτική της Προστασίας, παρακολουθούσε τις πολιτικές διεργασίες στην πόλη του Ληξουριού. Ήρθε, φαίνεται, σε επικοινωνία με συμπολίτες του ριζοσπάστες, οι οποίοι μετά από τις απαραίτητες συζητήσεις συναποφάσισαν να προχωρήσουν στην ίδρυση πολιτικής ριζοσπαστικής λέσχης. Ο παπα-Βάρλας – μοναδικός κληρικός ανάμεσα στους 36 Ληξουριώτες – συμμετείχε στις ιδρυτικές διαδικασίες, οι οποίες στις αρχές του 1850 κατέληξαν στη συγκρότηση της λέσχης «Αναγνωστήριον “Η Ομόνοια”», η ιδρυτική πράξη της οποίας βρίσκεται στο Αρχείο της Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης. Η «Ομόνοια» υπήρξε εκείνη την περίοδο το πολιτικό κέντρο των ριζοσπαστών της Παλικής.
Ο παπα-Βάρλας έπαιρνε μέρος σε διάφορες κοινωνικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες και ενέργειες. Δραστηριοποιήθηκε για την ανακούφιση των θυμάτων της χολέρας, που πρωτοεκδηλώθηκε στο Αργοστόλι τον Αύγουστο του 1850, αλλά στο Ληξούρι προκάλεσε πολλούς θανάτους. Έδωσε, επίσης, το «παρών» του στην κινητοποίηση του «Δημοτικού Καταστήματος» του Αργοστολιού για «γενική συνεισφορά υπέρ των πολιτικώς καταδιωκομένων». Κατέθεσε τη συνδρομή του και μάλιστα δέχτηκε – σε μια περίοδο σκληρής πολιτικής τρομοκρατίας – να αναγραφεί το όνομά του στην εφημερίδα, που δημοσίευε τους καταλόγους των συνδρομητών.
Ως δραστήριο μέλος της πολιτικής λέσχης της «Ομόνοιας», ο παπα-Βάρλας έπαιρνε μέρος σε όλες τις κινητοποιήσεις της. Ιδιαίτερη δραστηριότητα ανέπτυσσε κατά τις προεκλογικές περιόδους. Όντας ο ίδιος ένα αγαπητό πρόσωπο και με κοινωνικότητα, ήταν από τους καταλληλότερους ριζοσπάστες για την επαφή με τους εκλογείς, για τη διάδοση δηλαδή του προεκλογικού προγράμματος και τη διακίνηση του ψηφοδελτίου. Το 1850, έτος συνεχών εκλογικών αναμετρήσεων, έδωσε την ευκαιρία στον παπα-Βάρλα να κινηθεί γόνιμα μέσα στην τοπική κοινωνία, αν και ταυτόχρονα είχε να αντιμετωπίσει τα ποικίλα εμπόδια, που του έβαζε η πολιτική και εκκλησιαστική Αρχή του νησιού.
Τότε, όμως, ο παπα-Βάρλας θα εκτοπιστεί μαζί με τον επίσης ριζοσπαστικών αντιλήψεων Ληξουριώτη διάκονο Ιωάννη Κατσαΐτη στο μοναστήρι της βραχονησίδας του Δία. Το γεγονός προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Επαρχιακού Συμβουλίου, το οποίο καταδίκασε κατά τρόπο απόλυτο την ενέργεια του μητροπολίτη και ζήτησε την ανάκλησή της μητροπολιτικής απόφασης. Πολιτική και εκκλησιαστική Αρχή, βέβαια, έμειναν αδιάφορες. Αδιάφορη έμεινε η εκκλησιαστική Αρχή και στις ικετήριες αναφορές, που οι δύο ιερωμένοι μέσω δικηγόρου τους απεύθυναν προς αυτήν. Επειδή, στο μεταξύ, οι δύο αγωνιστές κληρικοί δραπέτευσαν από το νησάκι του Δία με τη συνέργεια, όπως φαίνεται, του ηγουμένου του μοναστηριού και πιστών, που σέβονταν και εκτιμούσαν τους δύο ιερωμένους, ο μητροπολίτης ζήτησε τη συνδρομή της αστυνομίας όχι μόνο για τη σύλληψη και τη μεταφορά των δραπετών στη βραχονησίδα αλλά και, προκειμένου να αποφευχθεί νέα δραπέτευση, για τη συνεχή αστυνομική παρακολούθησή τους μέσα στο ίδιο το μοναστήρι του Δία!
Στις επόμενες επαναληπτικές εκλογές του Νοεμβρίου 1850 ο παπα-Βάρλας, που μόλις πριν από λίγο είχε ελευθερωθεί από το μοναστήρι του Δία, πάλι θα μπει στο στόχαστρο της τοπικής εξουσίας και τούτη τη φορά θα τεθεί, κατά το διήμερο της ψηφοφορίας, σε «κατ’ οίκον» περιορισμό με προφανή στόχο να μην πάει να ψηφίσει. Με τον ίδιο στόχο, τον προεκλογικό παροπλισμό του και την απώλεια της προσωπικής του ψήφου, και το Μάρτιο του 1852, στις παραμονές των εκλογών για την ανάδειξη του Επαρχιακού Συμβουλίου, ο αγωνιστής παπάς με εντολή του Μητροπολίτη θα εκτοπιστεί μαζί με τον επίσης Ληξουριώτη μαχητή παπα-Παύλο Βουτσινά στο μοναστήρι των Κηπουριών – μέχρι να ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία.
Στο μεταξύ, και κατά την περίοδο της παράνομης λειτουργίας της «Ομόνοιας» μετά την απαγόρευση της λειτουργίας της (Ιανουάριος 1851) ο παπα-Βάρλας δήλωνε παρών. Ήταν από εκείνα τα θαρραλέα μέλη της λέσχης, τα οποία ακόμη και μέσα σε αυτές τις επιπλέον δύσκολες συνθήκες δεν υπόστειλαν τη σημαία του ριζοσπαστικού αγώνα. Ίσως και να συμμετείχε στο συνωμοτικό μηχανισμό της λέσχης, ο οποίος (μηχανισμός) με παράνομες συγκεντρώσεις, με διακίνηση εφημερίδας και με ποικίλες παράτολμες ενέργειες κράτησε για δύο χρόνια την Παλική σε συνεχή αναστάτωση και τα διωκτικά όργανα της Προστασίας σε ετοιμότητα.
Πάντως, ο Ληξουριώτης ριζοσπάστης παπάς ακόμη και μέσα σε εκείνο το βαρύ κλίμα της παρανομίας, των εκβιασμών και της τρομοκρατίας, μπόρεσε και κράτησε σταθερή και ανυποχώρητη στάση απέναντι στην αστυνομία: «Προκειμένου λόγου περὶ αντικειμένου αποκλειστικώς θρησκευτικού και πνευματικού, ουδένα οφείλω να δώσω λόγον προς την αστυνομίαν», απάντησε στον αστυνομικό διευθυντή, όταν τον κάλεσε να δώσει εξηγήσεις για κάποιο ζήτημα, που συνέβη το καλοκαίρι του 1851 στην εκκλησία, στην οποία ο ίδιος ιερουργούσε. Και στην επιμονή του αστυνομικού διευθυντή διευκρίνισε σοβαρά και σταθερά ο παπα-Βάρλας ότι «δεν αναγνωρίζει εις την αστυνομίαν το δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα», στάση βέβαια που θεωρήθηκε εξύβριση αρχής και τιμωρήθηκε με τρεις ημέρες κράτηση, την οποία και εξέτισε, και τέσσερα δίστηλα πρόστιμο.
Παραβίαζαν το οικογενειακό του άσυλο, καθώς μέσα στη νύχτα δύο χωροφύλακες «ως μετεμφιεσμένοι λησταί» εισέδραμαν στο σπίτι του ιερέα, όπου «κατετρόμαξαν όλην την οικογένειαν και ιδίως την έγκυον συμβίαν του». Κι ακόμη, το Μάρτιο του 1851, όταν ο μητροπολίτης Κοντομίχαλος απαγόρευσε με εγκύκλιό του κάθε δοξολογία και επιμνημόσυνη δέηση για τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 κατά την επέτειο της 25ης Μαρτίου, ο παπα-Βάρλας διαμαρτυρήθηκε εντονότατα γι’ αυτήν τν αντεθνική στάση του μητροπολίτη. Το Νοέμβριο, επίσης, της ίδιας χρονιάς (1851), ο ριζοσπάστης παπάς συλλαμβάνεται, για να εκτοπιστεί για τρεις μήνες στο μοναστήρι του Δία – είναι η τρίτη εκτόπισή του. Επειδή όμως «κανέν πλοίον ή πλοιάριον δεν θέλει φερθή [στο νησάκι Δία] ένεκα του κακού καιρού και του αέρος», η αστυνομία τον κράτησε για κάποιες ημέρες στα κρατητήρια του Ληξουριού, απ’ όπου ο παπα-Βάρλας με ένα θαυμάσιο κείμενό του θα διαμαρτυρηθεί εντονότατα για τις διώξεις του. Αλλά γι’ αυτό το κείμενο θα αναφερθούμε στο τέλος της ομιλίας μας.
Το 1852 ήταν χρονιά εκλογικής βίας και νοθείας στην Κεφαλονιά. Και οι ριζοσπάστες έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να αποκαλύψουν τις τρομοκρατικές μεθοδεύσεις της αγγλοϊόνιας κυβέρνησης. Ο παπα-Βάρλας ήταν ιδιαίτερα αυστηρός και οξύς απέναντι στους ντόπιους συνεργάτες των Βρετανών. Ακόμη και μέσα στο πλοιάριο, που εκτελούσε το δρομολόγιο Ληξούρι-Αργοστόλι, ο παπα-Βάρλας δε χαρίστηκε στο Ληξουριώτη φιλοβρετανό Αποστόλη Κεφαλά, όταν, σύμφωνα με τη σχετική αστυνομική αναφορά, του ξεκαθάρισε: «Εάν εγώ ήθελον σε εξομολογήσω, δεν σε έδιδα να κοινωνίσης, επειδή εψίφησες τους δέκα αντιπροσώπους της Κυβερνήσεως, και όσοι εκάμεται αυτό δεν έχεται συνήδησιν». Τόσο πολύ ήταν οξυμένα τα πνεύματα εκείνη τη χρονιά.
Όπως έχει ήδη γίνει κατανοητό, η δυναμική παρουσία του παπα-Βάρλα από νωρίς απασχόλησε τις διωκτικές αρχές του νησιού. Σε όλη τη διάρκεια της δραστηριότητάς του ο Ληξουριώτης παπάς ήταν στο «μάτι του κυκλώνα», τον κυνηγούσε και η πολιτική και η εκκλησιαστική εξουσία. Και οι δύο σε αγαστή συνεργασία μεθόδευαν εναντίον του σκευωρίες, χρησιμοποιούσαν μέτρα εκφοβισμού και τρόπους εκβιασμού και εφάρμοζαν τις ποινές του χρηματικού προστίμου, του «κατ’ οίκον» περιορισμού, της φυλάκισης και του εκτοπισμού/της εξορίας.
Παραταύτα, ο παπα-Βάρλας συνεχίζει ανυποχώρητα τον αγώνα του, αν και οι μέχρι τότε διώξεις και εκτοπίσεις τού έχουν προκαλέσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τον Ιούνιο, μάλιστα, του 1858, το καθεστώς, για να κάμψει το θαρραλέο παπά και να του δώσει το τελειωτικό χτύπημα, προχωρεί μέσω της Ιονικής Τράπεζας στην κατάσχεση σημαντικής κτηματικής περιουσίας στην Κοντογενάδα. Αλλά και πάλι ο αγωνιστής παπάς δεν υποχωρεί. Εξακολουθεί το ίδιο μαχητικά να αγωνίζεται, εξαναγκάζοντας τις διωκτικές αρχές της ξενικής Βρετανικής Προστασίας να τον έχουν ακόμη στο στόχαστρό τους.
Γι’ αυτές τις Αρχές εξακολουθεί να είναι επικίνδυνος. Ακόμη και λίγο πριν από την Ένωση η παρακολούθησή του εξακολουθεί να παραμένει ασφυκτική: μετά από σχετική δικαστική εντολή οι χωροφύλακες ήταν υποχρεωμένοι να τον ακολουθούν «από κοντά» και να ενημερώνουν λεπτομερειακά τους προϊσταμένους τους. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά χωροφύλακα, που είχε αναλάβει την παρακολούθηση του «επικίνδυνου» ιερέα το Μάρτιο του 1860: «[…] ήχαμε εις μεγάλην προφύλαξην τον ειπέτιον ιερέα παπά Μπάρλα […]. Όλην την ειμέραν έδηνε μάθυμα δυαφόρον πεδήον εις το σκολήον και τας όρας τέσερας μ. μ. επήρεν τα πεδήα και ήρθεν εις την εκλησίαν Αγύα Παρασκεβύ και εδιάβασε. Μετά ταύτα οπού απόλησε ήρθεν εις την αγοράν και έμπενε από ένα μαγαζί εις άλο, ομοίος από ένα κουρίον στο άλο και έος όλλα [τα] ραφτικά. Μετά ταύτα έφυγεν από αγοράν και επροβάτησε [= περπάτησε] εισέ αρχοντόσπητα και επρεβατούσεν έος τας 11 ¼ όρες της νυχτός. […]».
Τελικά, δε θα σταματήσει ο παπα-Βάρλας τον προσωπικό του αγώνα, ενταγμένο βέβαια μέσα στο γενικότερο ριζοσπαστικό κίνημα. Μέχρι τις τελευταίες ημέρες που θα αποχωρήσουν οι Βρετανοί από το νησί του θα διακηρύττει την πίστη του στον ενωτικό ριζοσπαστικό αγώνα. Μετά την Ένωση θα συνεχίσει να ζει στο Ληξούρι, αφοσιωμένος στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Θα φύγει από τη ζωή στις 19 Μαρτίου 1883.
Η «Διαμαρτύρησις» του παπα-Βάρλα
Όταν το Νοέμβριο του 1851 ο ριζοσπάστης ιερωμένος βρέθηκε στα κρατητήρια του Ληξουριού, περιμένοντας να τον μεταφέρουν στο μοναστήρι του Δία, έστειλε και δημοσιεύτηκε στη ριζοσπαστική εφημερίδα Ο Χωρικός τη «Διαμαρτύρησή» του, η οποία αξίζει να σχολιαστεί.
Από την πρώτη παράγραφο της «Διαμαρτύρησής» του ο συντάκτης-παπα-Μαρίνος Βάρλας τοποθετεί πολύ σωστά το ζήτημα: η φυλάκιση και η εκτόπισή του είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ μιας «παραλόγου» εξουσίας και ενός πολίτη, που δεν επιθυμεί να είναι υποτακτικός στις «ορέξεις» της πρώτης. Η εξουσία, μάλιστα, αντί να μεριμνά για τον πολίτη της, τον διώκει με άσπονδο μίσος, εξασκώντας ανήθικη και ξεδιάντροπη πολιτική και χρησιμοποιώντας «υλική βία». Ταυτόχρονα, παραβιάζει, αν και έχει ταχθεί να εφαρμόζει, τους υφιστάμενους νόμους, οι οποίοι, όσο κι είναι προβληματικοί, εγγυώνται τουλάχιστον την «ατομικήν ασφάλειαν» του πολίτη. Συλλαμβάνει τον πολίτη και τον τιμωρεί, περιορίζοντας την ελευθερία του. Απέναντι σε μια τέτοια λογική και πρακτική της εξουσίας αυτός ο «τυραννούμενος» πολίτης οφείλει να υπερασπιστεί την «κατατρεχόμενη» αθωότητά του, διαμαρτυρόμενος δημόσια για τη δίωξή του. Δεν είναι σωστό να περιχαρακωθεί, φοβούμενος ενδεχομένως επιπλέον κυρώσεις· δεν πρέπει να κινηθεί μακριά από τους συμπολίτες του. Και τούτο γιατί ή δίωξη δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Οι εναντίον του συγκεκριμένες «βιαιοπραγίες» της κυβερνητικής εξουσίας συνιστούν ταυτόχρονα «απόπειρα κατά της ιδίας της κοινωνίας».
Αυτοπροσδιοριζόμενος ο μαχητής παπάς ως πολίτης, μαρτυρεί κυρίως την αναπτυγμένη πολιτική – και ηθική – συνείδησή του: νιώθει άνθρωπος ελεύθερος, αισθάνεται μέρος ενός συνόλου, ενδιαφέρεται για το κοινό καλό, προσπαθεί να είναι ωφέλιμος στην κοινωνία. Αλλά, συγχρόνως, και η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τους πολίτες της, να ενδιαφέρεται για την ολόπλευρη σωστή ανάπτυξή τους και γενικότερα να εξασφαλίζει τους όρους εκείνους για τη γόνιμη λειτουργία του κοινωνικού ιστού. Η παραβίαση του «κοινωνικού συμβολαίου» από την πλευρά της εξουσίας συνεπάγεται άμεση αντίδραση των πολιτών, της κοινωνίας, προκειμένου να επανέλθει η κοινωνική ισορροπία και γαλήνη, να προκύψει η αναθεμελίωση του συμβολαίου. Όλα αυτά παραπέμπουν στην πολιτική φιλοσοφία του Διαφωτισμού, τον οποίο, όπως φαίνεται, είχε εγκολπωθεί ο Ληξουριώτης παπάς.
Συνεχίζοντας στο κείμενό του ο παπα-Βάρλας, δεν αφήνει στο απυρόβλητο και την τοπική εκκλησιαστική Αρχή, η οποία αδιαμαρτύρητα ανέχεται την πολιτική αυθαιρεσία σε βάρος αθώων λειτουργών της. Η συνεργασία – ενεργητική ή παθητική – της τοπικής Εκκλησίας με μια παράλογη και αυθαίρετη τοπική πολιτική εξουσία δεν περιποιεί τιμή στην πρώτη, τη στιγμή μάλιστα που όφειλε από την ίδια τη φύση της και τον προορισμό της «να περιθάλπη και υπερασπίζη την κατατρεχομένην των τέκνων της αθωότητα».
Παρ’ όλα αυτά, ο αγωνιστής παπάς δηλώνει έτοιμος «μετά μεγίστης αταραξίας» να υποφέρει ό,τι έχει αποφασίσει γι’ αυτόν η πολιτική Αρχή με τη συνεργασία της εκκλησιαστικής, αλλά και αποφασισμένος να αντιμετωπίσει στο μέλλον με την ίδια αταραξία κάθε είδους δοκιμασία. Επομένως, καμιά δίωξη απ’ όπου κι αν προέρχεται, δε θα τον καταβάλει. Δηλώνει αμετακίνητος στις θέσεις του, και ειδικότερα στην προάσπιση των εθνικών και χριστιανικών του φρονημάτων. Μάταια, λοιπόν, συνεργάζεται πολιτική και εκκλησιαστική Αρχή εναντίον του και εναντίον όλων, όσοι σκέφτονται και δρουν εθνικά και χριστιανικά, καθώς οι τελευταίοι, μη ανεχόμενοι την υπάρχουσα κατάσταση, κινούνται για την αλλαγή της.
Συμπερασματικά, νομίζουμε ότι η «Διαμαρτύρησις» ξεδιπλώνει μπροστά μας τη φιλοσοφική κοσμοθεωρία, την πολιτική άποψη και τη θρησκευτική/εκκλησιαστική θέση του παπα-Μαρίνου Βάρλα. Αναδεικνύει την πλατειά, κοινωνική μόρφωση του συντάκτη της αλλά και την αυτογνωσία του, το θάρρος και τη μαχητικότητά του. Μαρτυρεί αναντίρρητα τη φιλελεύθερη αντίληψή του, υπογραμμίζει τη διαφωτιστική του θεωρία, την ορθόδοξη πίστη του και το ριζοσπαστικό του προσανατολισμό.
Ήταν, επομένως, ο παπα-Μαρίνος Βάρλας μια εξαίρετη ριζοσπαστική μορφή, ένας αγνός πατριώτης, ένας μαχητικός ορθόδοξος χριστιανός – άξιο τέκνο του ληξουριώτικου κλήρου. Μια ελάχιστη τιμή από εμάς σήμερα θα ήταν να δώσουμε το όνομά του σε ένα δρόμο της πόλης μας.
ΙΑΚΩΒΑΤΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
24-5-2025

