ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΕΡΕΣ: ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΟΛΟΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΤΑΝΓΚΟ.
Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από τον θάνατό του και θαρρείς, πως θα εμφανιστεί με το χιλιοχτυπημένο, από τις κλωτσιές των αντιπάλων του, αριστερό πόδι και την ελαφρώς σκονισμένη μύτη, από τον άσπρο συνοδοιπόρο, που τον συντρόφευσε στα χρόνια της βασιλείας του, στη Νάπολι. Αυτά τα δύο πάντα συμβάδιζαν. Μόνο στο καταφύγιο των ναρκωτικών, ο Ντιέγκο μπορούσε να κοντρολάρει τον Μαραντόνα. Το είχε ξεστομίσει ξεκάθαρα, ο προσωπικός του γυμναστής: με τον Ντιέγκο θα πήγαινα σε όλον τον κόσμο, με τον Μαραντόνα δεν θα έκανα ούτε ένα βήμα. Για τον ποδοσφαιριστή Μαραντόνα έχουν γραφτεί και θα γραφτούν χιλιάδες κείμενα. Οι ποδοσφαιρικές του ικανότητες εξωπλανητικές. Η διορατικότητά του στο παιχνίδι και η ευχέρειά του να τριπλάρει χορεύοντας, βασταζόμενος στο χαμηλό κέντρο βάρους του, σου θύμιζε βιβλίο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τη μαγεία από τον ρεαλισμό. Το αν ήταν ο καλύτερος όλων των εποχών, λίγη σημασία έχει. Αρκετοί υποστηρίζουν πως δεν ήταν, ίσως και να έχουν δίκιο. Οι συζητήσεις αυτές, έτσι και αλλιώς, σπάνια συνηγορούν προς μια κοινώς αποδεκτή απάντηση, καθώς πέρα από το γεγονός, πως είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας χρονικής εποχής και της εκάστοτε κοινωνίας της, πρέπει να σταθμιστεί το κριτήριο σύγκρισης. Είναι ο αριθμός των γκολ; Ο Μέσι έχει πετύχει τα πενταπλάσια από τον Μαραντόνα. Είναι ο αριθμός των κατακτήσεων Μουντιάλ; Ο Πελέ κέρδισε τα τριπλάσια. Είναι η χρονική διάρκεια, κατά την οποία ένας ποδοσφαιριστής βρίσκεται στις παρυφές του προσκηνίου; Ο Πορτογάλος Ρονάλντο μετοίκησε εκεί, για περισσότερο από 15 χρόνια. Είναι ο βαθμός, στον οποίο κάποιος άλλαξε το άθλημα; Ο Γιόχαν Κρόιφ έφερε μεγαλύτερη επανάσταση, με τη συμβολή του στο ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο της δεκαετίας του 70. Είναι ο βαθμός, στον οποίο κάποιος άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων; Στο τελευταίο κριτήριο, δεσπόζει εκείνος. Αυτός, ο κοντός Αργεντίνος με το αχτένιστο μαλλί, με το καθαρό και συνάμα μπερδεμένο βλέμμα, ενίοτε και βλέμμα απόγνωσης. Ο ερωτεύσιμος και συγχρόνως ερωτύλος, αυτός με τον οποίο όλες θα ήθελαν να χορέψουν, αλλά όλες ντρέπονταν να το πουν, αυτός που θα έκλεβε στα χαρτιά την παρέα του, αλλά με τα χρήματα αυτά, θα έβγαινε για να την κεράσει. Αυτός, με το κολλητό κοντό σορτσάκι και τα άλυτα κορδόνια των παπουτσιών του, που σε κάθε γήπεδο που έπαιζε, έβλεπε λάσπες και βούρκους, καθοδηγούμενος από το ένστικτο της επιβίωσης, που κυριαρχούσε στη Villa Fiorito, στη φτωχογειτονιά που μεγάλωσε. Κατανοείται λοιπόν, για ποιον λόγο, σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγαλύτερο ματς της ζωής του ήταν στην περιοχή Ατσέρα, μια μικρή κωμόπολη έξω από τη Νάπολι, όταν κρυφά από τη διοίκηση της ομάδας, συμμετείχε σε έναν αγώνα φιλανθρωπικού χαρακτήρα, για να εγχειριστεί ένα μικρό παιδί. Ο αγώνας αυτός έγινε σε λασπωμένο γήπεδο και ο ίδιος έκανε προθέρμανση ανάμεσα στα αμάξια των θεατών. Το παιχνίδι αυτό αντικατοπτρίζει όλη του τη ζωή. Ο στρατηγός που γίνεται στρατιώτης, ο βασιλιάς που κυλιέται στις λάσπες και όσο περισσότερο κυλιέται σε αυτές, όσο περισσότερο λασπώνεται και βυθίζεται στον βούρκο για να δώσει μια μπαλιά, τόσα περισσότερα παράσημα παίρνει. Τα καρφώνει στο στήθος του υπερήφανα, μα μετά ο ίδιος τα βγάζει, τα απεμπολεί. Τα παράσημα αυτά δεν μπορούσε να τα αντέξει πάντα, όπως και οι Ναπολιτάνοι δεν μπορούσαν πια, να αντέχουν την ένδεια, στην οποία είχε περιέλθει ο Νότος. Ήθελαν μια διέξοδο, μια απόδειξη ύπαρξης, την ανάστασή τους. Ο πολιούχος της πόλης, ο Άγιος Σαν Τζενάρο δεν έδειχνε πρόθυμος να συνδράμει. Εκείνος όμως, ποτέ δεν περίμενε πολλά από τα Θεία. Και συνέδραμε. Χωρίς να του το ζητήσει κανείς. Σαν κάποιο αόρατο χέρι, κατά Adam Smith, να τον επιφόρτισε με μια μόνο ιερή αποστολή: να τους αναστήσει. Και τους ανέστησε. Όλους, όλες και όλα στη Νάπολι. Η βιομηχανία της εκτοξεύτηκε, οι Ναπολιτάνοι έπαψαν πια να είναι τα σκουπίδια της Ιταλίας και ο Βεζούβιος σταμάτησε να τους απειλεί ότι θα τους κάψει, σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα συνθήματα των Βόρειων. Ο έρωτας και το μεθύσι κυριαρχούσε πλέον στα στενά σοκάκια της πόλης, η ανάσταση είχε γίνει επανάσταση απέναντι στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της Ιταλίας, που προωθούσε όλο το γίγνεσθαι του Βορρά. Η επανάσταση στο γήπεδο, με τις πρωτόγνωρες νίκες της Νάπολι εις βάρος της Μίλαν και της Γιουβέντους, σήμαινε επανάσταση και στην καθημερινότητα των Ιταλών, οι οποίοι στις προπόσεις τους, καλούσαν ακόμα και τους νεκρούς, γράφοντας στους τοίχους των ναπολιτάνικων νεκροταφείωνσηκωθείτε, γιατί δε ξέρετε τι χάνετε. Κάθε γκολ εις βάρος του Βορρά, ήταν μια ναπολιτάνικη τουφεκιά, σε αυτόν τον κοινωνικά νοηματοδοτημένο σε αφηρημένο επίπεδο, πόλεμο μεταξύ των δύο περιοχών. Μετά από επτά χρόνια έφυγε από τη Νάπολι, αλλά έμειναν εκεί οι εκκλησίες που φτιάχτηκαν για τον γήινο Σαν Τζενάρο. Ακούγονται μέχρι και σήμερα οι μαρτυρίες των γιαγιάδων, οι οποίες ξαναείχαν γίνει νέες και είχαν ξαναερωτευτεί τη ζωή, έστω και αργά. Εξαιτίας του. Εξαιτίας του, τόσα χρόνια η Νάπολι βυθίστηκε σε νοσταλγία. Οι αναφορές στο ένδοξο παρελθόν είχαν αντικαταστήσει το παρόν και όλοι περίμεναν τον νέο σωσία. Αυτός δεν ήρθε ποτέ. Ή μάλλον ήρθε, όταν ο Μαραντόνα απεβίωσε, πληρώνοντας τόσο νωρίς, τα λάθη του και τα πάθη του. Όταν πέθανε, η Νάπολι ξαναπήρε το πρωτάθλημα. Όταν πέθανε, η εθνική Αργεντινής ξαναπήρε το Μουντιάλ. Ο σωσίας ήταν πάλι αυτός, αφού με τον θάνατό του, απέδειξε τόσο στους Ναπολιτάνους, όσο και στους Αργεντίνους, πως η νοσταλγία πάντα ξεγελά. Μόνο έτσι και οι δύο κατάλαβαν, πως υπάρχει και παρόν. Το μεγαλείο του Μαραντόνα είναι συνυφασμένο με αντιφάσεις. Επιτυχίες και όλεθροι, δόξα και ταπείνωση, αμέτρητες σαρκικές απολαύσεις και απύθμενη μοναξιά, γκολ και αυτογκόλ. Όλα συνθέτουν μια κολασμένη αγιογραφία. Το πιο κάλπικο γκολ στην ιστορία του ποδοσφαίρου, νομιμοποιήθηκε με το πιο υπέροχο γκολ που είδε ποτέ ο κόσμος, σε διάστημα τεσσάρων λεπτών. Η αμαρτωλή του ζωή νομιμοποιήθηκε στο βλέμμα που απευθύνει στις κόρες του, για να χορέψουν και να τραγουδήσουν μαζί του, σε κάποιο μπαρ, στο περίφημο ντοκιμαντέρ του Εμίρ Κουστουρίτσα. Ο πιο διάσημος άνθρωπος του κόσμου, σε ένα καταγώγι, παρέα με τους παιδικούς του φίλους και την πολύπαθη γυναίκα του, ζητιανεύει την αγάπη και ικετεύει για συγχώρεση. Σε αυτήν την ικεσία, συμπυκνώνεται όλη του η ζωή. Ο διάολος που γίνεται άγιος και ο άγιος που μετουσιώνεται σε διάολο, χορεύοντας σε ένα αργεντίνικο τανγκό, με έναν μόνο παρτενέρ. Τον εαυτό του.
Χρήστος Δερές, Δάσκαλος-Κοινωνιολόγος του Αθλητισμού.

