Ας πούμε λιγάκι τα πράγματα με τ’ όνομά τους…
Ας πούμε λιγάκι τα πράγματα με τ’ όνομά τους… διότι για άλλη μια φορά η υποκρισία περισσεύει.
Η απόφαση για αναστολή εκτέλεσης της ποινής του καταδικασμένου για δύο βιασμούς Δ. Λιγνάδη στη συνείδηση όλων μας είναι απαράδεκτη και εξοργιστική. Βασικός σκοπός της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης είναι η αποκατάσταση της τρωθείσας από τις συγκεκριμένες εγκληματικές πράξης κοινωνικής ισορροπίας. Αυτό σημαίνει ότι μια δικαστική απόφαση, όταν προκαλεί περισσότερη οργή και αμφισβήτηση και δεν αποκαθιστά την κοινωνική ισορροπία δεν αποδίδει δικαιοσύνη, γιατί το έγκλημα είναι μια πράξη που στρέφεται πρωτίστως εναντίον της κοινωνίας.
Από την άλλη δεν μπορώ να ακούω α λα καρτ αφορισμούς “δεν υπάρχει δικαιοσύνη” όταν μια απόφαση δεν μας αρέσει, ή “δικαιώθηκε πανηγυρικά από τη δικαιοσύνη” όταν μια απόφαση μας αρέσει. Ή εμπιστευόμαστε τον θεσμό της δικαιοσύνης ή γυρίζουμε στην αυτοδικία και στο χάος, όπου ο καθένας εφαρμόζει τη δική του αντίληψη περί δικαίου. Και τότε έρχεται ο κάθε αυτόκλητος “δικαστής” να εκτελεί τις ποινές που το ίδιο του το άρρωστο μυαλό επινοεί (και πολλά άλλα άρρωστα μυαλά επικροτούν ή σιωπηρά αποδέχονται).
Επιπλέον: Οι δικαστές σε κάθε περίπτωση δεν αποφασίζουν με τη δική τους ελεύθερη βούληση, αλλά με βάση ένα πλέγμα νομοθετικών διατάξεων. Ειδικά στο ποινικό δίκαιο, δεν μπορούν να κάνουν βήμα παραπάνω απ’ ό,τι προβλέπει ο νόμος, εις βάρος του κατηγορουμένου. Τί θέλω να πω; Ότι για να αποφυλακιστεί ο εν λόγω “κύριος” εφαρμόστηκε κάποια νομοθετική διάταξη που ψηφίστηκε από ένα νομοθετικό σώμα , και ισχύει ακόμη, δηλαδή κανένα άλλο νομοθετικό σώμα και καμία κυβέρνηση δεν σκέφτηκε να την καταργήσει. Αν ο “κ.” Λιγνάδης είναι έξω, αυτό το οφείλει στα, δυστυχώς βασισμένα στο ΝΟΜΟ, δικονομικά τερτίπια του συνηγόρου του.
Και επειδή πολλοί διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, ας ενημερωθούν ότι πλείστοι όσοι τελέσαντες κακουργηματικές πράξεις, καταδικασμένοι γι’ αυτές, ευρίσκονται ανάμεσά μας χάρη σε δικονομικά τερτίπια, επειδή κάποιος νόμος αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό. Ενίοτε όχι μόνο παράθυρο. Λιγάκι να κοιτάξετε γύρω σας και θα δείτε πολλά παραδείγματα, που δείχνουν την καθόλου ταξική νοοτροπία “θα βρω ένα δικηγόρο για να με βγάλει έξω, για να τη βγάλω καθαρή, για να τη σκαπουλάρω με όσο το δυνατόν λιγότερα χρόνια”.
Ο καθηγητής μου της Ποινικής Δικονομίας Κωνσταντίνος Μοίρας μας έλεγε: “Είμαι σαράντα χρόνια δικηγόρος στα ποινικά. Ξέρετε τί καημό έχω; Να έρθει ένας και να μου πει “Ναι, εγώ το έκανα το έγκλημα”. Ποτέ δεν μου έτυχε. Όλο “η κακιά η ώρα”, “οι άλλοι που με μισούν” , “η άτιμη κοινωνία” φταίνε.”
Και συνακόλουθα τί ζητάει από το δικηγόρο ο καθένας; Να βγει. Ή να μη μπει καθόλου μέσα. Και η ποινική δικονομική νομοθεσία, όσο να πεις, βοηθάει, όπως και το ποινικό δίκαιο με ορισμένες εξευτελιστικά μικρές ποινές ιδίως σε εγκλήματα κατά της ζωής και της γενετήσιας αξιοπρέπειας, που επιτρέπουν σε κατά συρροή δολοφόνους να κάνουν πλάνα για την αποφυλάκισή τους. μετά από κάποια χρόνια.
Ποιος είναι ο καλός δικηγόρος, ο πετυχημένος; Εκείνος που σε βγάζει έξω, ό,τι κι αν έχεις κάνει. Ο άλλος είναι “χασοδίκης”, μόνο και μόνο αν σου ψελλίσει ότι “είναι ζόρικα τα πράγματα, θα κάνεις φυλακή”. Ποιος προβάλλεται από τα ΜΜΕ; Όχι πάντως ο “χασοδίκης”; Ποιος ζητάει (και παίρνει) ένα σκασμό λεφτά ακόμα και από πτωχούς (όχι μόνο με την έννοια του εμπορικού δικαίου) και καταφρονεμένους (και με την έννοια της κοινωνικής θέσης); Όχι ο χασοδίκης.
Πριν λοιπόν ρίξουμε λίθο αναθέματος στη δικαιοσύνη, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το μερίδιο της ευθύνης που αναλογεί στους δικαστές, να σκεφτούμε ότι εφαρμόζουν νόμους που ψήφισαν στο όνομά μας οι δικοί μας αντιπρόσωποι, που πάντα θα βρίσκουν τρόπους να ικανοποιούν την εκλογική τους πελατεία, δηλαδή εμάς. Που θέλουμε πάντα, ότι κι αν έχουμε κάνει, να τη σκαπουλάρουμε. Ή μήπως όχι; Αν απαντάτε όχι, βγείτε μια βόλτα και θα βρείτε πολλούς Λιγνάδηδες εκεί έξω., που έπεσαν στα πούπουλα… Που τους καλημερίζετε, τους χαιρετάτε, τους συναναστρέφεστε, συναλλάσσεστε μαζί τους, ίσως και να τους ψηφίζετε…
Σκεφτείτε επίσης ότι η υπόθεση Λιγνάδη τουλάχιστον έφτασε στη δικαιοσύνη. Σκεφτείτε πόσοι βιαστές κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσά μας γιατί τα θύματα φοβούνται να μιλήσουν. Και μετά την εξευτελιστική αντιμετώπιση των θυμάτων από τον συνήγορο του Λιγνάδη, που δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας δυστυχώς, από τη στιγμή που το θύμα θα τολμήσει να καταγγείλει τον βιασμό, δεν ξέρω κατά πόσον ενθαρρύνονται κάποιοι να μιλήσουν…
Η ίδια κοινωνία που τρέχει να κουκουλώσει, που κάνει ότι ‘δεν βλέπει” όταν πράγματα σαν αυτά που έκανε ο Λιγνάδης και πολύ χειρότερα συμβαίνουν δίπλα της, η ίδια η κοινωνία που κρύβει κάτω από το χαλί ό,τι χαλάει την ειδυλλιακή εικόνα της, ας μην οργίζεται και τόσο. Γιατί αυτή τη δικαιοσύνη, θέλει, κατά βάθος. Την α λα καρτ. Αυτή που οφείλει να ρίχνει τη μάχαιρα στο σβέρκο των “άλλων” και να χαϊδολογάει το σβέρκο των κατά περίπτωση “δικών μας”.
Ηλίας Τουμασάτος


