ΝΑ ΜΗ ΚΟΥΡΛΑΘΟΥΜΕ ΚΙΟΛΑΣ
ΑΣ ΑΣΠΕΤΑΡΩ
Τώρα οπού εκαταλάγιασε ο ντρόλακας των εκλογώνε και το κάθε… πρόβατο εστάλιασε στον ίσκιο του εδικού του περναριού, τώρα ήρτε η ώρα τση περισυλλογής, τση καταστάλαξης και του μεγάλου ερωτηματικού!
Τα ‘χατες εφκειός όπου του έριξα τη ψήφο μου θα φανεί αντάξιός τση;
Θα φαρμώσει τα ταξίματά του; Θα ‘ρτει σιμά μου να με βαρέσει στη πλάτη και με νια λάτα μέλι στο στόμα θα μου ειπεί: “Εγώ για σένανε και τσου ομοίους σου, θα πολεμήσω μ’ ούλους τσου καιρούς!
Δε θα κάμω το πισωκώλι με τίποτσι, μήτε θα λακίσω ομπροστά σε κανένανε κίντυνο!
Η ψήφος σου θα πιάσει τόπο κι ο τόπος σου, όγιεσκε μόνε θα πάρει τα ηπάνου του παρί θα ορτοποδήσει κι όλας!
Κοιμήσου εσύ κι εγώ θα σου φέρω ούλα τα προικιά τση πόλης στο πορτόνι σου!
Κοιμήσου εσύ κι ονειρέψου, κι άμα στο ξύπνιο σου δεν γδεις ό,τι ονειρεύτηκες να γένεται πραγματικότητα, τότενες να ‘ρτεις και να μου ρίξεις το σάλιο σου στη μούρη!
Κοιμήσου εσύ να ξαποστάσεις! Κοιμήσου να ξαλαφρώσεις αφ’ τσι έγνοιες κι άστες σε μένανε!”
Τότενες θα ειπώ ότι η ψήφος μου έπιασε τόπο , επήε στο πλιο ικανόνε.
Και θα λυπηθώ – λύπη μεγάλη – που οι φαμίλια μου είναι μόνε τριάντα νοματαίοι και δεν είναι ογδοήντα, να ‘βγαινε με τα τσαρούχια!
Αφ’ άλληνε τώρα, εφκειός όπου τον εψηφήσαμε εγώ , οι αναστησιές μου κι ούλοι οι συμπεθέροι μου και χάρη σε φκειους τσου ψήφους θα γδούνε χαρά οι… πουρνάρες του, όγιεσκε μόνε δε θα ‘ρτει να με βαρέσει στη πλάτη, παρί θ’ αλλάξει σοκάκι άμα με γδει και το ίδιο θα κάμει και για ούλο μου το συμπεθεριό.
Εφκειός όπου ούλα του τα… ταμένα θα γένουνε καπνός που θα σκαρφαλώσει στον ουρανό και θα χαθεί, εφκειός όπου θα γλέπει λαγό και θα κατουρεί το βρακί του, εφκειός όπου και σε φουρτούνα
και σε μπουνατσάρισμα δεν θα σείεται απάνουθε αφ’ τ’ αβγά του.
Εφκειός οπού θα γενεί ο δήμιος των ονειρώνε μου, ο λεηλάτης των ιδανικώνε μου, ο βάτος όπου απάνου του θα ξεσκλιούνται οι φιλοδοξίες μου, τότενες θα ‘ναι άστοχο να ειπώ πως τη ψήφο μου τηνε πήρε η ανεμορπή και επήε στο βρόντο.
Πως εφκειός είναι ωσά τσου τόσους άλλους όπου εψηφιστήκανε σε τούτονε το τόπο και μόνε πομπή και γάνα αφήκανε στο διάβα τσου.
Πως κάλλιο να μου εκοβότουνε το χέρι απάνουθε αφ’ τον ώμο όπου επήε κι έριξε τη μαγαρισμένη ψήφο μου σ’ ένανε άνομο και με το άλλο να με… φασκέλωνα δίχως σταματημό νια ολάκερη βδομάδα – και λίγο θα ‘ναι!
Ας ασπετάρω όμως λίγονε καιρό ίσαμε να ξεδιαλύσει το μεγάλο μου ερωτηματικό.
‘Ισαμε να βράσει ο μούστος και να γδω άμα το κρασί θα πίνεται ή θα ‘ναι ξύδι και τότενες με ντρίτα κρίση θα δώκω τον έπαινο ή το φάσκελο στον εαυτό μου!
Υ.Γ. Ποτές δεν εζούλεψα τα αψηλά αξιώματα, ούλους όμως εφκειούς που τσου αξίωσε η μοίρα τσου να γλέπουνε τον κόσμο απάνου αφ’ τη σφαή του αλέφαντα τσου ζηλεύω, για να μην ειπώ ότι τσου μάχουμαι κιόλας!
ΝΑ ΜΗ ΚΟΥΡΛΑΘΟΥΜΕ ΚΙΟΛΑΣ
Περί τα πολιτικά έχω μαύρα μεσάνυχτα. Μήτε με ήλιο, μήτε με φεγγάρι θα με γδεις να παπαρδελίζω, μήτε να γράφω τσου τοίχους.
Μήτε με τσου… ΜΕ συγκάνω, μήτε με τσου… ΔΕ κουρλένουμαι.
Εφκειό όπου με δαιμονίζει είναι που κάθε βολά μου πιπιλίζουνε το τσερβέλο πως «εμείς θα σιάσουμε το τόπο», πως «μ’ εμάς ο φτωχός θα πει: Ανάσανα!»
Και μπριχού ο πετεινός λαλήσει τρεις βολές, εφκείνοι είναι που τόνε χαλούνε.
‘Οσο για τον φτωχό; Νια ζωή λέει: Παναγιά μου βόχθα!
Για δαύτο κάθουμαι στη μάντα μου ή βαράω πετριές στον ήλιο και ξεδίνω.
Πες μου για το τόπι, να τρέξω να βαρέσω κι εγώ τη κλωτσιά μου κι ας κοντεύω τον αιώνα!
Πες μου για χορό, θα χορέψω κι ας γελάει με μένανε ούλο το χοροστασιό.
Πες μου να πάμε για πέρδικες, να σου πω πάμε και για τρυγόνια. Πες μου να πάμε στο βουνό για μανιτάρια κι έρκουμαι ξυπόλυτος!
Πες μου να πάμε στου Πιτοπούλι να παίξουμε «σόλιο» ίσαμε αύριο το πρωί και… λακίσαμε!
‘Οπου και να μου ειπείς να πάμε, σ’ ακλουθάω και με τα τέσσερα.
Για πολιτικά σύναξη μη μου ειπείς να πάω, περκέ θα σε κάμω οχτρό μου και μήτε θα σου ματαμιλήσω.
Χρόνια τώρα διαβαίνουνε τα τέρμινα κι ούλο μένεις στο… ασπετάρισμα πως κάτι θα γένει και για σένανε.
‘Ελα όμως που εφκειό το «κάτι», όσο και να το ασπετάρεις δεν έρκεται και μένεις πλιο μαγκούφης και πλιο λίγδης άφ’ όντις ήσουνε.
Το ίδιο γένεται τόμου και ασπετάρεις το σωσμό σου κι αφ’ τσου άλλους.
Έρκονται κι εφκείνοι, τρώνε, πίνουνε κι εσένανε σ’ αφήνουνε να ξερογλείφεσαι!
Για φκειό σου λέω, πάμε όθε θέλεις , αλλά μη μου μιλείς περί τα πολιτικά.
Η πολιτική, κολέα μου δεν έχει κολέηδες.
Το ψήφο σου θέλει. Τόμου και τση τόνε δώκεις, λησμόνα τη κολιγιά τση.
Άμα θέλεις να στέκεις ορτός, τση ρίχνεις δέκα φάσκελα κι αμέ πας και λιάζεσαι στο ατσούπι του σπιτιού σου.
Η πολιτική, όπως μου ‘λεε ο μπάρμπας μου ο Τρομπόνης – θιος σχωρέστονε – είναι ένα κάρβουνο. Τόμου είναι αναμμένο και το πιάσεις θα καείς! Τόμου είναι σβησμένο θα… γανωθείς!
Αλλά είπαμε, να μη κουρλαθούμε κιόλας!
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΦΛΩΡΑΤΟΥ « ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΑ 100%» Α΄ ΤΟΜΟΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ 2006.

