Η σημερινή αφιερωμένη στο Ραδιόφωνο ημέρα είναι μια από τις καλύτερες, πιο ουσιαστικές, Παγκόσμιες Ημέρες που γιορτάζονται στη Υφήλιο. Γιατί το Ραδιόφωνο αποτελεί το πιο άμεσο Μέσο, που ελίσσεται, τρέχει στην επικαιρότητα γρηγορότερα από οποιοδήποτε άλλο, ακόμα και από το σύγχρονο Διαδίκτυο. Είναι ενημερωτικό, ψυχαγωγικό, παρεΐστικο, αμφίδρομο (και ακούς και μιλάς όταν ανοίγουν τα μικρόφωνα), συντροφικό, ψυχαναλυτικό, οικείο. Πέρα από το γουστόζικο σλόγκαν «Δεν λερώνει τα χέρια, δεν κουράζει τα μάτια», το Ραδιόφωνο είναι λαϊκό, ευφάνταστο, εύκολο να το παρακολουθείς παντού: στο σπίτι, στον δρόμο (με τα ακουστικά στα αυτιά), στο αυτοκίνητο, στο λεωφορείο, στη βάρδια, ακόμα και στο γραφείο κάποιες φορές. Το Ραδιόφωνο είναι αγαπημένο και για τους πολυάσχολους και για τους μοναχικούς. Όσοι παρακολουθούν, έστω και περιστασιακά, τις νυχτερινές ραδιοφωνικές εκπομπές πριν και μετά από τα μεσάνυχτα ξέρουν καλά για πόσο πολύ κόσμο ξορκίζει τη μοναξιά.
Γιατί αγαπάμε το Ραδιόφωνο
Το Ραδιόφωνο δε ξεπερνιέται από τα σύγχρονα Μέσα, δεν αντικαθίσταται, ούτε υποκαθίσταται, όπως ας πούμε η εφημερίδα που έμεινε πίσω με τη διαδικτυακή επέλαση. Το Ραδιόφωνο έχει γράψει ιστορία. Θυμηθείτε το στο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» που είναι κρυμμένο σε πηγάδι και ανασύρεται –αναδύεται!– από τον Λογοθετίδη και τους συγκατοίκους της μικρής αθηναϊκής αυλής για να ακούσουν στο ΒΒC τις εξελίξεις του πολέμου, σε εκείνον τον εξαίσιο κινηματογραφικό αντιπολεμικό εύθυμο εφιάλτη (ναι, οξύμωρο) που επινόησε και έγραψε ο Αλέκος Σακελλάριος. Το Ραδιόφωνο κράτησε ανοικτή την ενημέρωση του Έλληνα και στα χρόνια της Δικτατορίας, με τις μεταδόσεις της Ντόιτσε Βέλε που κρυφά και φοβισμένα άκουγε ο λαός. Και, φυσικά, δεν ξεχνάμε ότι περιστασιακά έδωσε ιστορική φωνή στον αγώνα του Πολυτεχνείου.
Το Ραδιόφωνο έγραψε τη δική του πολιτιστική ιστορία, σημαδεύοντας μια ολόκληρη εποχή με τους θρυλικούς πειρατικούς σταθμούς στα μεσαία κύματα, τις μουσικές αφιερώσεις τους, τα ερωτικά μηνύματα και τα ρασιογωνιόμετρα με τα οποία προσπαθούσαν οι αρχές να τους εντοπίσουν και να τους κλείσουν με το πρόσχημα ότι προκαλούν πρόβλημα στην επικοινωνία των πιλότων της πολιτικής αεροπορίας με τον πύργο ελέγχου!
Και εν τέλει, το Ραδιόφωνο είναι το Μέσο που αφήνει ελεύθερη τη φαντασία για να φτιάξει εικόνες από όσα ακούει –ακόμα και να σχηματίσει το πρόσωπο εκείνου/εκείνης που μιλάει μόνο από το ηχόχρωμα της φωνής του/της.

Το Ραδιόφωνο ήταν και είναι όχι πρόσωπα αλλά Φωνές και Ήχοι. Από τον Γιάννη Πετρίδη έως τη Μαργαρίτα Μυτιληναίου, από τον Συνεργάτη Χωρίς Όνομα, τον Νίκο Νικολαρέα (που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή) και τον Άλκη Στέα έως «Ξάγρυπνο» Μάνο Τσιλιμίδη και τον «Ανεμολογίτη» Κωνσταντίνο Λαβίθη, από τη Ρένα Ντορ έως τα Κακά Κορίτσια, τη Μαρία Λεμονιά και την Έλένα Καραμίχαλου, από τον Μιχάλη Τσαουσόπουλο έως τον Αντώνη Ανδρικάκη.
Το ραδιόφωνο, ως συσκευή, υπήρξε για την ελληνική οικογένεια εστία συγκέντρωσης, με τα μέλη να την περιτριγυρίζουν για να ακούνε σιωπηλά το Θέατρο της Τετάρτης, το Ημερολόγιο ενός θυρωρού, τη Μικρή πικρή μου αγάπη (που ως πρωινή έγινε αιτία να καούν πολλά φαγητά!) ή τα Χαρούμενα ταλέντα του Οικονομίδη.





