Ιερά Μονή Κηπουραίων – Από το 1759-2014
lixouri.gr
ΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΗΠΟΥΡΑΙΩΝ – ΕΤΟΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ 1759 από τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Μπόϊκο–Πετρόπουλο.
Σύντομη ιστορική αναδρομή του Διονύση Θ.Γ. Κατερέλου *
όπως αναρτήθηκε στην ομάδα «ΛΗΞΟΥΡΙ-Μικρές ιστορίες»
το 2012 και στην ομάδα «Κομπόγιο Ιστορίας Κεφαλονιάς & Ιθάκης» το 2015.
Η Ιερά Μονή Κηπουραίων, ή Κηπουρίων, ιδρύθηκε το 1759 στο δυτικότερο σημείο της Επαρχίας Πάλλης, σε πλάτωμα των απότομων δυτικών ακτών και σε ύψος περίπου 90 μέτρα (στην Ιστορία που εκδίδει ο Αρχ. Πανάρετος αναφέρεται, 110 μ.) από την επιφάνεια της θάλασσας. Ατενίζει τη Δύση, το ηλιοβασίλεμα χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς, ενώ η θέα προς Βορά ακολουθεί την άγρια ακτογραμμή, μέχρι τα Ορθολίθια. Οριοθετείται, στα Βόρεια από ελαιώνα και περιβόλι, στα Ανατολικά από χαμηλό βουνό, στα Νότια από τότε μεν μικρό δάσος, σήμερα δε από αμπελώνα και στα Δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος.
Τα αρχικά της Μονής όρια θεσπίζονται επισήμως το 1799 (3 Ιουνίου) από το Νικόλαο Άννινο Αναστάσιο Μπριγαδιέρη, Πρύτανη Κεφαλληνίας, εκ μέρους της Γαληνοτάτης Επτανήσου Αριστοκρατίας. Τα όρια αυτά ξεκινούν από τη βρύση που είναι στο δρόμο (ακόμη και σήμερα) ανατολικά της Μονής, διασχίζουν την πλαγιά του υπερκείμενου όρους και καταλήγουν στο ακρωτήριο της Σχίζας.
Ιδρυτής της Μονής ήταν ο Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου Χρύσανθος Μπόικος – Πετρόπουλος. Ο Χρύσανθος ερχόμενος στην Κεφαλληνία και κατόπιν προτροπής προκρίτων της νήσου αποφάσισε να ιδρύσει Μονή. Επέλεξε τον τόπο «Κηπούρια», αναγνωρίζοντας το κατάλληλο της θέσης. Την απαιτούμενη άδεια της τοπικής Εκκλησίας δίδει, επειδή αυτή βρισκόταν σε χηρεία, ο Μεγάλος Οικονόμος της Αρχιεπισκοπής Γεώργιος Κλαδάς, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Γεράσιμος Β΄ (1782 – 1783) στις 2 Ιουνίου του έτους 1759.
Στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους υπογράφεται συμβόλαιο μεταξύ του Χρυσάνθου και της Μονής του Ταφιού, στην οποία ανήκε η έκταση. Έξι έτη μετά την ίδρυση αυτής ανακηρύχθηκε, κατόπιν αιτήσεως του Κτήτορα και σχετικής επιστολής του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου του Κουτούβαλη (1759 – 1782), Πατριαρχικό Σταυροπήγιο από τον τότε Πατριάρχη Σαμουήλ τον Χαντζερή (1763 – 1768). Το σχετικό Πατριαρχικό Σιγίλιο σώζεται στη Μονή φέρον τις υπογραφές του Πατριάρχη και των τότε δέκα Συνοδικών Αρχιερέων. Το Σιγίλιο υποβλήθηκε από το Μοναχό Μεθόδιο στην Αρχιεπισκοπή και αναγνωρίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο στις 13 Μαρτίου 1769, οπότε και καταχωρήθηκε στα βιβλία της Αρχιεπισκοπής.
Η Μονή, ως Πατριαρχικό Σταυροπήγιο, δεν όφειλε ουδεμία υποταγή στην τοπική Εκκλησία, εκτός μόνον της πνευματικής πιθανόν, αλλά υπαγόταν απευθείας στον Οικουμενικό Θρόνο. Παραδείγματα αυτής της καταστάσεως υπάρχουν έως σήμερα στον Ελληνικό χώρο, όπως η Ιερά Μονή Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη, αλλά και αλλού.
Ο Κτήτορας της Μονής γεννήθηκε στους Παξούς (ο Τσιτσέλης αναφέρει ότι καταγόταν από τους Παξούς και γεννήθηκε στην Κέρκυρα). Στο Μοναχολόγιο της Μονής, που συντάσσεται το 1935, αναφέρεται ότι ο Χρύσανθος γεννήθηκε στους Παξιούς (Παξούς) της Κέρκυρας το 1727. Τόπος καταγωγής του κατά τον Καλό είναι ο οικισμός της Αγίας Άννης των Παξών. Μετέβη στο Άγιο Όρος έχοντας επιλέξει το Μοναχικό Βίο, όπου εκάρη Μοναχός, χειροτονήθηκε Ιερέας και έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη στη Σκήτη της Αγίας Άννης της οποίας έγινε και Πνευματικός. Κατόπιν, για λόγους ασθενείας όπως αναφέρεται, εγκαταλείπει το Άγιο Όρος και επιστρέφει στους Παξούς, όπου μένει για λίγο και μετέπειτα, όπως αναφέρει στη διαθήκη του, μεταβαίνει στην Κεφαλληνία.
Η ΠΡΩΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ (1767-1802)
Η πρώτη δοκιμασία βρήκε τη Μονή το 1767. Ο τρομερός σεισμός εκείνου του έτους κατέστρεψε τα οικήματα, καθιστώντας την σωρό ερειπίων. Ο Κτήτορας σε συνεργασία με την αδελφότητα και με τη βοήθεια των κατοίκων της επαρχίας, ανοικοδόμησε τη Μονή. Η πρώτη αδελφότητα αποτελούνταν, πέραν του Κτήτορα, από τους Μοναχούς Παλλάδιο (Αντύπα) από τους Σουλλάρους, Βιτάλιο ιατρό από τη Λειβαθώ, Μεθόδιο (Αυγερινό) από το Ληξούρι και Ευφρόσυνο (Πυλαρινό – Μαρκαντωνάτο) από τους Σουλάρους. Η Μονή διήλθε και άλλων δοκιμασιών προερχόμενων από τοπικούς παράγοντες, οι οποίες αντιμετωπίζονταν από την αδελφότητα με τη βοήθεια της τοπικής κοινωνίας.
Το 1789 ο Χρύσανθος αποχωρεί από το Νησί και διορίζει επιτροπή για τη διακυβέρνηση της Μονής με Προεστό και επιστάτη τον Γέροντα Όσιο Ευφρόσυνο. Κατά την απουσία του συνέχισε να ενδιαφέρεται για τη Μονή συλλέγοντας και στέλνοντας βοήθεια και σε χρήματα και είδη. Απεβίωσε και ετάφη στους Παξούς το 1802. Τα οστά του μετά από ανακομιδή μεταφέρθηκαν στα Κηπούρια, όπου και φυλάσσεται η Κάρα του. Ο Γέροντας Ευφρόσυνος φημίζεται για πλήθος θαύματα και προρρήσεις. Ο Οσιακός του βίος και η φήμη του τον κατέστησαν σεβαστό μεταξύ της κοινωνίας του τόπου. Κοιμήθηκε την 10η Σεπτεμβρίου 1811 και ετάφη στο Μοναστήρι. Το 1814 έγινε ανακομιδή των λειψάνων του και η Αγία Κάρα του φυλάσσεται στη Λάρνακα της Μονής.
1802–1867: Δυσκολίες αλλά και βήματα μπροστά
Μετά το θάνατο του Χρυσάνθου, ανέλαβε ο Μοναχός Παλλάδιος Αντύπας. Ο Παλλάδιος ποίμανε τη Μονή έως το 1814 και κατόπιν φαίνεται να αποχώρησε από την Ηγουμενία. Από το 1814 έως το 1837 οι Μοναχοί εξέλεγαν τον Γηραιότερο αυτών ως Ηγούμενο. Το 1821 αναφέρεται ως Ηγούμενος ο Ιερομόναχος Βενέδικτος Πετρίτζης.
Αυξανομένης της αδελφότητας και για λόγους ορθής διοίκησης και οικονομίας, το 1837 εξέλεξαν Ηγούμενο το Μοναχό Κωνστάντιο Μοσχονά από τα Χαυδάτα. Η πενία που έπεσε στον τόπο το 1857, λόγω ασθένειας των αμπελιών, έφερε κρίση και στη Μονή, η οποία πλέον όχι μόνο δε μπορούσε να ανταπεξέλθει στις προς την Κοινωνία υποχρεώσεις της, αλλά και αυτή η συντήρηση της αδελφότητας ήταν δύσκολη. Το έτος αυτό ο Κωνστάντιος επιχειρεί περιοδεία στα Νησιά του Ιονίου, της οποίας τα αποτελέσματα ήταν ικανοποιητικά.
Το 1860, ο Κωνστάντιος ζήτησε άδεια να περιοδεύσει αυτός και επιτροπή από Μοναχούς τη Ρωσία ζητώντας βοήθεια για τη Μονή, η οποία και του παρασχέθηκε. Κατά την απουσία του διοικούσε τη Μονή κατ’ αρχήν ο Ακάκιος Βόρτολος, Ιταλικής καταγωγής βαπτισμένος Ορθόδοξος και κατόπιν ο Μακάριος Αναλυτής. Η Επιτροπή αυτή έμεινε στη Ρωσία δύο χρόνια, κατάφεραν δε να συλλέξουν πλούσια ελέη σε ιερά σκεύη και άμφια σε αντίθεση με το πενιχρό της συλλογής σε χρήματα.
Το 1861 συναντάμε τον Κωνστάντιο στην Τεργέστη προσπαθώντας να επιτύχει κάποια βοήθεια προς το Μοναστήρι από τις εκεί Ελληνικές Παροικίες, η οποία απέβη άκαρπη. Το ταξείδι στη Ρωσία συνεχίζουν τα άλλα μέλη της επιτροπής, μεταξύ αυτών και ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός. Επιστρέφοντας ο Κωνστάντιος μίσθωσε από την Τοπική Κυβέρνηση και τη Γερουσία τη Μονή του Ταφιού για είκοσι εννέα έτη. Πέραν του τιμήματος, το οποίο ορίστηκε στα 500 δίστηλα ετησίως, η Μονή Κηπουραίων υποχρεούνταν από το συμβόλαιο να παρέχει στη Μονή Ταφιού τακτικό Εφημέριο, ψάλτες και Μοναχούς.
Η ενοικίαση και μετέπειτα αφομοίωση της Μονής του Ταφιού με αυτή των Κηπουραίων θα ταλαιπωρήσει την τελευταία για πάνω από εξήντα χρόνια, λόγω της δράσης τοπικών παραγοντίσκων και άλλων συμφερόντων. Ο Κωνστάντιος απεβίωσε το 1863 και τον διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Καλός. Μετά την πάροδο ικανού χρόνου έγινε ανακομιδή των λειψάνων του Κωνσταντίου και η Κάρα του φυλάσσεται στη Λάρνακα της Μονής μαζί με αυτές των Χρυσάνθου και Ευφροσύνου.
Ο Κωνστάντιος κατέλειπε μνήμη άληστον για την πολυετή άριστη πνευματική, οικονομική και διοικητική διακυβέρνηση της Μονής. Ο Καλός, με τα έσοδα από την περιοδεία της Ρωσίας και την χρηστή του διαχείριση κατάφερε να αποπληρώσει τα χρέη της Μονής αλλά και να επισκευάσει τα κτήριά της, να οικοδομήσει νέα και να ευπρεπίσει το Ναό. Η δραστηριότητα του Καλού οδήγησε το Μοναστήρι εμπρός με μεγάλα βήματα.
1867-1878: Νέες δυσκολίες
Το 1867 έπληξε τη Μονή νέα καταστροφή από τον σεισμό της 23ης Ιανουαρίου εκείνου του έτους. Ο σεισμός αυτός κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της Μονής και προξένησε το θάνατο δύο Μοναχών.
Μετά τον σεισμό, ο Ηγούμενος Γεράσιμος και η αδελφότητα κατέβαλλαν υπέρμετρες προσπάθειες για την αναστήλωση της Μονής και κατόρθωσαν να μετασκευάσουν την Εκκλησία και να οικοδομήσουν νέα οικήματα. Η κατάσταση της Μονής βελτιώθηκε, η αδελφότητα αυξήθηκε και οι υποχρεώσεις της Μονής προς την Κοινωνία θεραπεύονταν. Σημαντικό είναι ότι την περίοδο αυτή η Μονή δε διαθέτει ιδιόκτητη περιουσία, πέραν του μικρού μετοχίου στο Βοράτο στην περιοχή του χωριού Σουλάροι, οπότε όλα τα έργα και οι προσπάθειες των μοναχών οφείλονται στους κόπους τους και στη βοήθεια της κοινωνίας της Επαρχίας.
Το 1871 έγινε κίνηση για μεταβολή του καθεστώτος της Μονής από αυτοδιοικούμενο Πατριαρχικό Σταυροπήγιο να εξαρτηθεί από την τοπική Εκκλησία. Οι Μοναχοί συνετέλεσαν στη ματαίωση της προσπάθειας. Το 1872 μερίδα των Μοναχών επιδίωξαν και πάλι την αφομοίωση με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν πολλές έριδες. Το 1877 επανήλθε το αρχαίο της Μονής καθεστώς. Ο Καλός απεβίωσε το 1878. Μέρος του έργου του αποτελεί η συγγραφή της πρώτης ιστορίας της Μονής, η οποία εξεδόθη το 1873.
1878–1930: Από Πατριαρχικό Σταυροπήγιο
στον έλεγχο της τοπικής Εκκλησίας
Διάδοχος του Αρχιμανδρίτη Γεράσιμου Καλού ανέλαβε ο Ιερομόναχος Μακάριος Αναλυτής. Παρέμεινε στον οίακα του Μοναστηριού μέχρι της εκλογής νέου Ηγουμένου, η οποία έγινε το 1879 και εξελέγη ο Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γραικούσης. Η εκλογή του Δανιήλ έγινε σύμφωνα με τον νόμο αφομοιώσεως, κατά το από 2 Ιουλίου 1858 Βασιλικό Διάταγμα. Όμως ο νέος Ηγούμενος δεν εγκατέστησε τους συμβούλους και διοίκησε τη Μονή μόνος του έως το 1907. Από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησαν τη Μονή την περίοδο αυτή είναι το ζήτημα του Ταφιού.
Αμέριστη βοήθεια προσέφερε στη Μονή ο Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας Γερμανός Καλλιγάς. Η βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Γερμανού τόσο ως Αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας, όσο και, μετέπειτα, ως Μητροπολίτη Αθηνών, αναγνωρίστηκε από την Αδελφότητα των Κηπουραίων και η προσωπογραφία του σε μεγάλο μέγεθος, έργο του μεγάλου Ληξουριώτη Αγιογράφου Κωνσταντίνου Λιώκη, κοσμεί έως τις μέρες μας το Αρχονταρίκι της Μονής. Την περίοδο του Ηγουμένου Δανιήλ η Μονή απέκτησε και άλλα μετόχια. Λεγόταν ότι τότε η Μονή έφθασε να εισπράττει ετησίως 900 βαρέλες κρασί και είχε 500 αιγοπρόβατα.
Το 1889 σε γενόμενη απογραφή έχει εξήντα Μοναχούς. Ο Δανιήλ αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από Ηγούμενος το 1907, αφού προηγουμένως έθεσε τη Μονή κάτω από κρατικό έλεγχο. Άρα τότε παύει η Μονή να είναι Πατριαρχικό Σταυροπήγιο και υπάγεται στο Ελληνικό Κράτος και στην τοπική Εκκλησία. Την εποχή εκείνη είχε αρχίσει η παρακμή η οποία διήρκεσε έως το 1918. Αρχική αιτία ήταν προσωπικά πάθη και έριδες που εισχώρησαν στη Μονή. Αφορμή αυτής της διχοστασίας των Μοναχών φαίνεται να ήταν το ζήτημα της αφομοιώσεως και ο διορισμός συμβούλων από τον Ηγούμενο Δανιήλ.
Τον Δανιήλ διαδέχθηκε, κατ’ αρχήν ο Ιερομόναχος Γεδεών Αντωνάτος, ο οποίος παραιτήθηκε λόγω γήρατος το 1907 και τον διαδέχθηκε κατόπιν εκλογής, ο Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Δανελάτος. Παρέμεινε στην Ηγουμενία της Μονής έως το 1911, οπότε παραιτείται και αναχωρεί στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο της Αιγύπτου για εράνους. Μετά την παραίτηση Νικηφόρου, ανέλαβε και πάλι ο πρώην Ηγούμενος Δανιήλ έως το 1917. Από το 1914 η Μονή διοικείται από Τριμελές Συμβούλιο και επιβλέπεται και επιτηρείται από την τοπική Εκκλησιαστική Αρχή.
(1917-1929) – Ο διχασμός και οι επιπτώσεις
Ο διχασμός προκάλεσε την αποσύνθεση της Μονής. Όμως η αιτία που κορύφωσε την αποσύνθεση ήταν ο αποκλεισμός του 1915 – 1917 που είχε επιβάλει η «Εγκάρδια Συνεννόηση – Entente» στην Ελλάδα. Λόγω της έλλειψης τροφίμων εφαρμόστηκε με το χειρότερο δυνατό τρόπο από τους Μοναχούς το ρητό «πενία τέχνας απεργάζεται». Το 1915 – 1916 εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Γαλλικό καταδρομικό, είτε από λάθος, είτε από άλλη αιτία, έρριψε οβίδα εναντίον του Μοναστηριού, η οποία προξένησε ζημιές αν και εξερράγη εντός του κοντινού δάσους.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1917 απεβίωσε ο Ηγούμενος Δανιήλ και ετάφη στον Ιερό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στα Δεματορά. Την περίοδο πριν από τη Οκτωβριανή Επανάσταση η Μονή δεχόταν τακτικά βοήθεια από τη Ρωσία. Παραδίδεται προφορικά ότι Ρωσικό πλοίο άραζε στο ακρωτήριο της Σχίζας, πιθανόν στη θέση «Αβγασταριά» (την οποία λανθασμένα ο Μηλιαράκης ονομάζει Καραβοστάσι) ή στο «Γυαλισκάρι», όπου ξεφόρτωνε σιτάρι για τη Μονή.
Μετά το Δανιήλ, ανέλαβε την Ηγουμενία ο Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Σταθάτος και αναφέρεται ότι τότε συγχωνεύεται η Μονή με αυτή των Βαρδιάνων. Ο Αμβρόσιος ήταν εργατικότατος, φιλόπονος και διοικητικώς ικανότατος. Για τους λόγους αυτούς είχε καταφέρει και συγκεντρώσει υπό τη διοίκησή του όλα σχεδόν τα Μοναστήρια και τα Παρεκκλήσια της Επαρχίας Πάλλης. Από το 1900 διέμενε στη γυναικεία Μονή της Αγίας Παρασκευής των Λεπέδων, όπου οικοδόμησε πλήθος οικοδομές καθώς και την παλαιά Εκκλησία της Μονής, εντός του σπηλαίου. Ηγούμενος των Κηπουραίων παρέμεινε έως τις 8 Νοεμβρίου 1918, οπότε διαμελίσθηκε από νάρκη έξω από το Μονύδριο της Αγίας Άννας στα Λέπεδα. Ετάφη στη Μονή των Λεπέδων.
Τον Αμβρόσιο διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Γιακουμάτος. Ο Χρύσανθος κατάφερε να εκδιώξει από τη Μονή τα ζιζάνια του διχασμού, να αναδιοργανώσει τη λειτουργία της και, γενικά, να επαναφέρει την προ του 1907 κατάσταση. Χαρακτηριστικό είναι, ότι με την Μικρασιατική Καταστροφή του Γένους το 1922, ο Χρύσανθος άνοιξε τη Μονή σε πολλές προσφυγικές οικογένειες παρέχοντας τα αναγκαία για την συντήρησή τους.
Το 1924 επανέκαμψε ο Νικηφόρος από την Αίγυπτο και γενομένων εκλογών ανέλαβε και πάλι την Ηγουμενία της Μονής. Την περίοδο αυτή της Ηγουμενίας του οικοδομεί νέο Ξενώνα στη Μονή το 1928 (συνέχεια)
1929 – 1940: Η οικονομική κρίση
Οι εκλογές της 8ης Νοεμβρίου 1930 ανέδειξαν Ηγούμενο της Μονής και πάλι τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Γιακουμάτο. Την περίοδο αυτή καταργείται το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο και ιδρύεται ο Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας, Ο.Δ.Ε.Π. αλλαγή η οποία έφερε οικονομική κρίση στη Μονή μέχρι το 1933, οπότε και καταργήθηκαν τα Τοπικά Συμβούλια και οι περιουσίες επέστρεψαν στη διαχείριση των ιδιοκτητών τους (των Μονών). Την περίοδο αυτή παρά τη σημαντική μείωση των εσόδων της Μονής, αυτή συνεχίζει την προσφορά της προς της κοινωνία αν και περιορισμένη.
Τη νύχτα της 26ης – 27η Αυγούστου 1933 εισήλθαν άγνωστοι στο Ναό της Μονής και αφού άνοιξαν τρύπα με μαχαίρι στη Λάρνακα όπου φυλάσσονται τα Άγια Λείψανα, καθώς και οι Κάρες των Χρυσάνθου Κτήτορα, Ευφροσύνου και Κωνσταντίου, αφαίρεσαν Σταυρό, ο οποίος είχε μεγάλη αξία για τη Μονή. Αφαίρεσαν επίσης και άλλα χρυσά και αργυρά αφιερώματα μικρής σχετικά αξίας.
Ο Χρύσανθος παραιτήθηκε από την Ηγουμενία το 1935 οπότε ανέλαβε ο Ιερομόναχος Γεννάδιος Αντωνέλος. Παρέμεινε στην Ηγουμενία για ένα τρίμηνο. Μετά την παραίτησή του αναλαμβάνει και πάλι ο Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Γιακουμάτος, ο οποίος παραιτείται το Μάιο του 1938 και αναλαμβάνει Ηγούμενος ο Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Μοσχονάς.
Την περίοδο του Παναρέτου κατασκευάζεται ο δρόμος από τα Χαυδάτα έως τη θέση «Λαλούνι Αμπέλι» κοντά στον Ταφιό. Το 1939 τοποθετείται τηλέφωνο στη Μονή. Ο Πανάρετος παρέμεινε Ηγούμενος έως την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου όταν επιστρατεύθηκε ως Λοχαγός του Πεζικού και Ιερέας. (συνέχεια)
1940-1952: Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση
Με την επιστράτευση του Παναρέτου αναλαμβάνει την Ηγουμενία της Μονής ο Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Μουρελάτος. Η περίοδος του Δανιήλ είναι από τις πλέον δύσκολες για τη Μονή καθώς πρόκειται για την Ιταλική Κατοχή, τη μετέπειτα Γερμανική Κατοχή και τέλος την περίοδο του Εμφυλίου. Ο τόπος υφίστατο τα πάνδεινα από τους οπλοφόρους «ελευθερωτές» και η Μονή δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθεί.
Η ιδιαίτερη θέση της την τοποθετεί από την αρχή κιόλας της Κατοχής στο στόχαστρο των Κατοχικών Δυνάμεων. Τα Κηπούρια είναι πολύ κοντά στη θάλασσα και επομένως αποτελούν σημείο στρατιωτικού ενδιαφέροντος, μια και οι κοντινές τους παραλίες μπορεί να αποτελέσουν βάσεις επικοινωνίας με την υπόλοιπη Ελλάδα, τη Μέση Ανατολή ή την Αγγλική Μάλτα.
Στις Μονές μπορούν να οργανωθούν βάσεις ανεφοδιασμού της Αντίστασης από έξω από το νησί, ενώ μπορούν να αποτελέσουν θέσεις ακόμη και για αποβατικές ενέργειες. Μια και η περιοχή προσφέρεται τόσο για ανάπτυξη Αντιστασιακών δραστηριοτήτων, όσο και ως καταφύγιο, μπαίνει σχεδόν αμέσως στο πλαίσιο ανάπτυξης αμυντικών έργων των Ιταλών.
Με εντολή του Στρατιωτικού Διοικητή της Κεφαλονιάς διώκονται οι μοναχοί από το Μοναστήρι των Κηπουραίων για λόγους στρατιωτικούς. Οι προσπάθειες των μοναχών να επιστρέψουν στη Μονή δε σταμάτησαν καθ’ όλη την περίοδο της Κατοχής. Το 1943 ο προσωρινός Πολιτικός Διοικητής Κεφαλληνίας αποστέλλει διαταγή της Στρατιωτικής Διοίκησης Κεφαλληνίας, η οποία καλεί το Μητροπολίτη να ειδοποιήσει τους μοναχούς να απομακρυνθούν από τη Μονή, στην οποία ξαναγύρισαν παρά τη σχετική διαταγή των στρατιωτικών αρχών με απειλή, σε αντίθετη περίπτωση, συλλήψεώς τους. Στη Μονή επιτρέπεται να παραμείνει μόνο ένας μοναχός ως φύλακας.
Κατά τη Γερμανική κατοχή, που ακολούθησε την Ιταλική το Σεπτέμβριο του 1943, η Μονή εξακολούθησε να περνά δύσκολα, όπως και όλο το νησί. Παραδειγματικά αναφέρεται έκκληση του τότε Μητροπολίτου Γερμανού προς τον Φρούραρχο των Γερμανικών Στρατευμάτων να διαφυλαχθούν οι Ναοί από καταστροφές που προξενούσε ο Στρατός Κατοχής και συγκεκριμένα να μην χρησιμοποιούνται οι εικόνες ως καύσιμη ύλη γιατί πλήττεται η θρησκευτικότητα των Χριστιανών και ο σεβασμός της Εκκλησίας. Σε επόμενο έγγραφο συγκεκριμενοποιεί τις καταστροφές και μεταξύ αυτών αναφέρει ζημιές «εις τον Ι. Ναό και τα οικήματα των Μετοχίων της Ι. Μονής Κηπουραίων». Ο Δανιήλ ποίμανε τη Μονή έως το 1952 οπότε και παραιτήθηκε
1952-1961:Παραχώρηση μοναστηριακής περιουσίας – Σεισμοί 1953.
Με την παραίτηση του Δανιήλ ανέλαβε Ηγούμενος ο Ιερομόναχος Κωνστάντιος Γαλάτης. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1952 η Εκκλησία της Ελλάδος παραχωρεί με Βασιλικό Διάταγμα τα 6/8 της περιουσίας της στο Κράτος για τους ακτήμονες χωρίς αποζημίωση. Σύμφωνα με σχετικό Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως η συνολική περιουσία που παραχωρείται ανέρχεται στα οκτακόσια σαράντα δύο (842) στρέμματα.
Τον Απρίλιο του 1953 πεθαίνει και ενταφιάζεται στη Μονή ο πρώην Ηγούμενος Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Γιακουμάτος. Η μεγίστη των καταστροφών την περίοδο αυτή προκλήθηκε από το σεισμό του 1953. Η τέλεια καταστροφή των Νησιών της Κεφαλονιάς, της Ζακύνθου και της Ιθάκης ήταν κοινή μοίρα και για τους Μοναχούς της Μονής, η οποία αν και δεν κατεστράφη ολοσχερώς, υπέστη μεγάλες ζημιές, με αποτέλεσμα οι Μοναχοί να διαμένουν σε ερειπωμένα κτίσματα μια και δεν είχαν τα μέσα ανοικοδομήσεως έως πολύ αργότερα.
Το 1953 παραιτείται ο Κωνστάντιος και αναλαμβάνει ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Κεφαλάς από το Ληξούρι. Παρέμεινε στην Ηγουμενία έως το 1956 οπότε και παραιτήθηκε. Το Γεράσιμο διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αντωνάτος, ο οποίος παρέμεινε στην Ηγουμενία για ένα δίμηνο και παραιτήθηκε. Διάδοχος του Ιεροθέου ανέλαβε ο Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Μουρελάτος έως το 1961, οπότε και παραιτήθηκε για να αναλάβει και πάλι ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Κεφαλάς. (συνέχεια)
1961-1981: Ανοικοδόμηση
Ο Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Κεφαλάς παρέμεινε Ηγούμενος από το 1961 έως το 1964 οπότε και παραιτείται και πάλι. Διάδοχος του Γερασίμου αναδεικνύεται ο Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Μοσχονάς, ο οποίος και αναλαμβάνει να επισκευάσει και να ανοικοδομήσει τη Μονή, με τη βοήθεια των Συμβούλων της Μονής, Αρχιμανδρίτη Αμβροσίου Καμηνάρη (παπά Τσίκου), Ιερομονάχου Κωνσταντίου Γαλάτη και Μοναχού Ευσεβίου Κούτση. Στην ανοικοδόμηση βοήθησαν ο Μεγάλος Ευεργέτης της Νήσου και της Μονής, Ευάγγελος Τυπάλδος Μπασιάς καθώς και άλλοι φίλοι και γνωστοί της Μονής με χρήματα ή προσωπική εργασία. Το 1970 πεθαίνει ο πρώην Ηγούμενος της Μονής Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Μουρελάτος. Τον Σεπτέμβριο του 1972 έγινε νέος σεισμός του οποίου το επίκεντρο ήταν είκοσι χιλιόμετρα δυτικά των Κηπουραίων. Ο σεισμός αυτός κατεδάφισε όλα τα παλαιά κτήρια που είχαν επιβιώσει από το 1953 καθώς και το κωδωνοστάσιο της Μονής. Ο Πανάρετος και οι Σύμβουλοι της Μονής ξεκινούν νέα εκστρατεία με επιστολές προς τους φίλους της Μονής και καταφέρνουν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα ώστε να ανοικοδομήσουν το κωδωνοστάσιο και τους ξενώνες.
1981–2014:Η λάμψη της Μονής παραμένει
Ο Πανάρετος παρέμεινε στην Ηγουμενία της Μονής έως το θάνατό του στις 26/8/1981, βλέποντας, δύο πορείες εκ διαμέτρου αντίθετες. Από τη μια η αδελφότητα έφθινε διαρκώς και από την άλλη η λάμψη της Μονής παρέμενε καταυγάζουσα, αν δεν αύξανε. Μετά το θάνατο του Πανάρετου παρέμεινε μόνος ο, όντως, Μοναχός Ευσέβιος, που συνέχισε την πορεία της Μονής στο χρόνο. Όμως τα έργα δε σταματούν. Όσα είναι δυνατόν από τα μετόχια της Μονής διατηρούνται. Τα έργα στη Μονή συνεχίζονται. Παλαιά ερειπωμένα κτήρια έχουν κατεδαφισθεί και έχει ήδη ανεγερθεί νέα πτέρυγα στα νότια και τα δυτικά. Επιδιώκεται η επισκευή και βελτίωση των ξενώνων που οικοδομήθηκαν από τον Πανάρετο στα βόρεια και ανατολικά της Μονής.
Ο Μοναχός Ευσέβιος παρέμεινε εκεί ασκητής και φρουρός της παράδοσης, φιλοξενώντας πάντα καλόκαρδα όλους όσους, Έλληνες και Ξένους, επισκέπτονταν την Μονή, για όποιο λόγο ο καθένας. Ο γέροντας Ευσέβιος πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2014, αφού τέλειωσε το πανηγύρι του Σταυρού… Ας έχουμε την ευχή του..
Η Μονή εορτάζει τρεις φορές το χρόνο, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στις 25 Μαρτίου όπου γίνεται ολονυκτία, της Αγίας Παρασκευής στις 26 Ιουλίου όπου εορτάζει η Μονή του Ταφιού και της Υψώσεως του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου όπου εορτάζει λόγω του Τιμίου Ξύλου που θησαυρίζεται από την εποχή του Κτήτορος.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• «Συνοπτική Εξιστόρηση της των Κηπουρίων Μονής» συγγραφείσα υπό του Ηγουμένου της Αρχιμανδρίτου Γερασίμου Καλού και τυπωθείσα το 1873 • «Ιστορία της Μονής Κηπουραίων» συγγραφείσα υπό του μετέπειτα Ιερέως Ηλία Δ. Μαρούλη το 1933 • Συνέχεια της Ιστορίας της Μονής όπως γράφηκε από τον Ηγούμενο αυτής Αρχιμανδρίτη Πανάρετο Μοσχονά και συνεπλήρωσε την έκδοση του 1979 •Ηλία Α. Τσιτσέλη «Κεφαλληνιακά Σύμμικτα» τ. Α’ και Β’ •«Αρχειακή Έρευνα», Κωνσταντίνου Α. Μονοκρούσου • «Κεφαλληνία και Ιθάκη. Γεωγραφική Μονογραφία» του Δρ. Ιωσήφ Partch • «Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Κεφαλληνίας», Α. Μηλιαράκη
• Σ. Δ. Λουκάτος, «Τα Χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, τόμος πρώτος: Η Φασιστική Ιταλική Κατοχή, Οι Εθνικοαπελευθερωτικές Οργανώσεις και τα Αντιστασιακά τους Επιτεύγματα στην Κεφαλονιά και Ιθάκη», εκδόσεις Νόβολι,
* Ο Διονύσιος Θ. Γ. Κατερέλος είναι καθηγητής στα ΤΕΙ Ληξουρίου και από τους σημαντικούς μελετητές της ιστορίας της Μονής και τους ένθερμους υποστηρικτές της.





