Το Μουντιάλ μεγάλωσε περισσότερο απ’ όσο αντέχει ο πλανήτης

Όταν η FIFA ανέθεσε το Μουντιάλ του 2026 σε ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικό, παρουσίασε την επιλογή ως υπόδειγμα «πράσινης» διοργάνωσης. Δεν θα χρειαζόταν να χτιστούν δεκάδες νέα γήπεδα. Οι περισσότερες εγκαταστάσεις υπήρχαν ήδη. Το τουρνουά θα αξιοποιούσε υφιστάμενες υποδομές και θα απέφευγε τις εικόνες των εγκαταλελειμμένων σταδίων που ακολουθούν συχνά τις μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις.
Η πραγματικότητα αποδεικνύεται εντελώς διαφορετική. Εκθεση της περιβαλλοντικής οργάνωσης New Weather Institute επισημαίνει πως το φετινό Μουντιάλ ενδέχεται να εξελιχθεί στο πιο ρυπογόνο Παγκόσμιο Κύπελλο στην ιστορία του ποδοσφαίρου.
Η εκτίμηση προκαλεί έκπληξη καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η FIFA και οι περισσότερες μεγάλες αθλητικές ομοσπονδίες έχουν εντάξει την κλιματική κρίση στο επίσημο λεξιλόγιό τους. Οι αναφορές σε «βιωσιμότητα», «πράσινη μετάβαση» και «κλιματική ουδετερότητα» αποτελούν πλέον σταθερό μέρος κάθε μεγάλης διοργάνωσης.
Το κόστος της επέκτασης
Η έκθεση υποστηρίζει όμως πως το Μουντιάλ του 2026 θα προκαλέσει περισσότερους από 9 εκατομμύρια τόνους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σχεδόν διπλάσιους από τον μέσο όρο των τεσσάρων προηγούμενων διοργανώσεων. Ο βασικός λόγος δεν είναι τα γήπεδα ούτε οι νέες κατασκευές. Είναι η ίδια η λογική της επέκτασης.
Για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού θα συμμετάσχουν 48 ομάδες αντί για 32. Οι αγώνες αυξήθηκαν από 64 σε 104. Οι διοργανώτριες πόλεις είναι δεκαέξι και απλώνονται σε τρεις χώρες. Το αποτέλεσμα είναι μια διοργάνωση που μετατρέπει τις αερομεταφορές σε αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου του παιχνιδιού.
Από το Βανκούβερ μέχρι το Μαϊάμι και από το Σιάτλ μέχρι το Μεξικό Σίτι, ομάδες, δημοσιογράφοι, χορηγοί, αξιωματούχοι και εκατομμύρια φίλαθλοι θα διανύσουν αποστάσεις που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 7,7 εκατομμύρια τόνοι εκπομπών θα προέλθουν μόνο από τις αεροπορικές μετακινήσεις.
Για χρόνια οι επικριτές των μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων ζητούσαν να σταματήσει η κατασκευή φαραωνικών εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται για λίγες εβδομάδες και στη συνέχεια εγκαταλείπονται. Η FIFA υποτίθεται πως συμμορφώθηκε στην κριτική. Το 2026 δεν βασίστηκε σε νέα στάδια αλλά σε ήδη υπάρχουσες υποδομές. Το πρόβλημα είναι ότι η λύση δημιούργησε ένα διαφορετικό πρόβλημα. Οι εκπομπές που εξοικονομήθηκαν από τις κατασκευές επέστρεψαν πολλαπλάσιες μέσω των μετακινήσεων.
Από τα γήπεδα στα αεροπλάνα

Η σύγκριση με το Κατάρ είναι αποκαλυπτική. Το Μουντιάλ του 2022 βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης κριτικής για το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα. Η FIFA υποστήριζε ότι η διοργάνωση ήταν «κλιματικά ουδέτερη», ισχυριζόμενη ότι οι εκπομπές της θα αντισταθμίζονταν μέσω περιβαλλοντικών προγραμμάτων και πιστώσεων άνθρακα. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και ανεξάρτητοι επιστήμονες αμφισβήτησαν έντονα αυτούς τους υπολογισμούς, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό αποτύπωμα ήταν σημαντικά υψηλότερο από τις επίσημες εκτιμήσεις.
Τότε η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τα γήπεδα στην έρημο, τα συστήματα κλιματισμού και τις νέες κατασκευές. Σήμερα το επίκεντρο έχει μετατοπιστεί. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον το τσιμέντο αλλά τα αεροπλάνα.
Και η FIFA βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ερώτημα που αφορά συνολικά το μέλλον του επαγγελματικού αθλητισμού. Μπορεί μια διοργάνωση να θεωρείται βιώσιμη όταν το μέγεθός της αυξάνεται διαρκώς; Μπορεί η περιβαλλοντική επιβάρυνση να μειωθεί όταν κάθε νέα διοργάνωση είναι μεγαλύτερη από την προηγούμενη; Το Μουντιάλ του 2026 μοιάζει να δοκιμάζει ακριβώς αυτά τα όρια.
Ο αθλητισμός σε έναν διαρκώς θερμαινόμενο πλανήτη
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση που κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο σύνθετο. Η ίδια η κλιματική αλλαγή απειλεί πλέον τις διοργανώσεις που συμβάλλουν στην επιδείνωσή της. Η έκθεση επισημαίνει ότι αρκετές από τις πόλεις που φιλοξενούν αγώνες αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κίνδυνο ακραίας ζέστης. Το Ντάλας, το Χιούστον, το Μαϊάμι και το Μοντερέι συγκαταλέγονται στις περιοχές όπου οι υψηλές θερμοκρασίες και η υγρασία μπορούν να επηρεάσουν τόσο τους αθλητές όσο και τους θεατές.
Η εικόνα δεν αφορά μόνο το καλοκαίρι του 2026. Αποτελεί προειδοποίηση για το μέλλον. Οι ίδιες συνθήκες που δυσκολεύουν τη διεξαγωγή των αγώνων είναι εκείνες που οι αθλητικοί οργανισμοί δηλώνουν ότι θέλουν να αντιμετωπίσουν μέσα από τις περιβαλλοντικές τους δεσμεύσεις.
Κάποτε το πρόβλημα των μεγάλων διοργανώσεων ήταν τι θα απογίνουν τα γήπεδα μετά τη λήξη τους. Σήμερα το ερώτημα είναι πολύ ευρύτερο. Πόσο μεγάλο μπορεί να γίνει ένα παγκόσμιο αθλητικό γεγονός πριν το περιβαλλοντικό του κόστος αρχίσει να ακυρώνει το ίδιο το αφήγημα της βιωσιμότητας;
Το Μουντιάλ της Βόρειας Αμερικής αποτελεί ίσως το πρώτο μεγάλο τεστ για το αν ο παγκόσμιος αθλητισμός μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται με τους ίδιους ρυθμούς σε έναν πλανήτη που θερμαίνεται ολοένα και ταχύτερα. Και η απάντηση, τουλάχιστον σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, μόνο αισιόδοξη δεν είναι.


