Ολα αυτά δεν είχαν σημασία. Σημασία είχε ο συμβολισμός αυτής της εικόνας. «Το τέλος του Σιδηρού Παραπετάσματος» έγραψαν οι πιο σκληροπυρηνικοί στη Δύση. Μια νίκη της ελεύθερης Ευρώπης, είπε ο Αλοϊς Μοκ, που έξι χρόνια μετά θα έπαιρνε τον τίτλο «Κύριος Ευρώπη» όταν και ολοκλήρωνε με επιτυχία τις διαπραγματεύσεις για ένταξη της χώρας του στην ΕΕ και εγκατέλειπε το υπουργείο χτυπημένος και από τη νόσο Πάρκινσον.
Η εικόνα λοιπόν ταξίδεψε. Πριν από όλα στην Ανατολική Γερμανία. Οι πολίτες της επαναπρογραμμάτισαν μαζικά τις διακοπές τους εκείνο το καλοκαίρι και έφτασαν στην Ουγγαρία. Στην αρχή δειλά-δειλά, μετά μαζικά και προκλητικά περνούσαν τα χωρίς συρματοπλέγματα σύνορα. Εμπαιναν στην Αυστρία και από εκεί έφταναν εύκολα στη Δυτική Γερμανία, υλοποιώντας ένα όνειρο, που έμοιαζε άπιαστο για δεκαετίες. Το καλοκαίρι κυλούσε οι μεταναστευτικές ροές αυξάνονταν. Η Ανατολική Γερμανία αιμορραγούσε. Οσοι έμεναν εκεί άρχισαν να διαδηλώνουν. Και κάπως έτσι φτάσαμε σε εκείνη τη βραδιά του Νοέμβρη στο Βερολίνο, με το άνοιγμα του τείχους, που πάλι είχα την τύχη να ζήσω από κοντά.
Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν σα να έγιναν σε άλλο πλανήτη. Κατά μήκος των συνόρων τους μια σειρά από χώρες, που τότε πανηγύριζαν για το «τέλος της διαίρεσης», τραβούν πάλι συρματοπλέγματα. Για 20.000 χιλιόμετρα νέου παραπετάσματος κάνει λόγο το τελευταίο Spiegel… Στην καρέκλα του Αλοϊς Μοκ κάθεται σήμερα ο Σεμπάστιαν Κουρτς και σε εκείνη του Γκιούλα Χορν, ένας υπουργός με όνομα τόσο δύσκολο να το προφέρεις (Péter Szijjártó) που οι δημοσιογράφοι είναι ευτυχείς που δεν χρειάζεται να το γνωρίζουν, αφού έτσι κι αλλιώς κουμάντο για όλα κάνει ο Βίκτορ Ορμπαν, ο Μαγυάρος πρωθυπουργός.
Κοντή μνήμη; Ναι και περισσή υποκρισία, από εκείνους που κάποτε καταδίκαζαν τους φράχτες, τα χαντάκια και τα ηλεκτροφόρα σύρματα και σήμερα έχουν εναποθέσει σε όλα αυτά την «ελπίδα» για τη σωτηρία του έθνους τους. Ο φιλοευρωπαϊσμός τους και τα ιδεώδη τους ήταν πιο ξεδοντιασμένα και από εκείνους τους κόφτες του Ιουνίου του 89. Μόνο που οι κόφτες απλά μας καθυστέρησαν για κανένα μισάωρο. Τώρα γυρνάμε πολλές δεκαετίες πίσω.


