Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image

Kefalonia News | May 11, 2026

Scroll to top

Top

Ο Διονύσης Κουγιανός για τον Ηλία Κουγιανό.

Ο Διονύσης Κουγιανός για τον Ηλία Κουγιανό.
KefaloniaNews

Η Φιορούλα και η Ελένη  οι σύγχρονες Αντιγόνες

Αγαπητέ Σπύρο,

Σε συνέχεια του δημοσιεύματός σου για την εξόντωση των τελευταίων μαχητών του τμήματος του  Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) της Κεφαλονιάς από τα γραπτά του Σπύρου Λουκάτου, σου στέλνω απόσπασμα από κείμενο που μου έχει εμπιστευτεί ο Πυλαρινός ο εξαίρετος συμπολίτης μας πολιτικός μηχανικός Διονύσης Κουγιανός, δραστήριο μέλος του μαθητικού κινήματος στα χρόνια της ιταλογερμανικής Κατοχής στο νησί μας και με σπουδαία, αργότερα, κοινωνική προσφορά.

Το κείμενο επιγράφεται «Ηλίας και Ματθαίος, δύο από τους τελευταίους της Κεφαλονιάς» και αναφέρεται στην εξόντωση του Ηλία Κουγιανού και του Ματθαίου Κουλουμπή το Σεπτέμβριο του 1949 στη Φάλαρη, αφού προηγουμένως μας δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για το συγχωριανό του (από τα Μακριώτικα Πυλάρου) Ηλία Κουγιανό (1914-1949): συμμετοχή στον Πόλεμο του ’40-41στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και στη Μάχη της Κρήτης‧ μετά την κατάρρευση επιστροφή στον Πειραιά, ένταξή του στο ΕΑΜ και στη συνέχεια διαφυγή στη Μέση Ανατολή και συμμετοχή στο εκεί κίνημα‧ μετά την Απελευθέρωση στην Αθήνα και ένταξή του στο ΚΚΕ‧ επάνοδος στην Κεφαλονιά το 1947 και έξοδος στο βουνό μαζί με τους άλλους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού‧ περικύκλωση στο κρυσφύγετο στη θέση Κουκουλάρια στη Φάλαρη, τελευταίοι πυροβολισμοί…

Και συνεχίζει ο Διονύσης Κουγιανός:

        «Μετά τους πήραν τα κεφάλια [του Ηλία Κουγιανού και του Ματθαίου Κουλουμπή] και τα μετέφεραν στο Αργοστόλι. Τα σώματα τ’ άφησαν άταφα και απαγόρεψαν την ταφή.

         Το κακό διαδόθηκε αμέσως: σκότωσαν το Ματθαίο και τον Ηλία. Οι άντρες συγγενείς του Ηλία βρίσκονταν εκτοπισμένοι στο Ληξούρι και οι γυναίκες στην Αγία Ευφημία υπό περιορισμό. Αυτές τις στιγμές ο ρόλος πέφτει στους ώμους των γυναικών. Προσήλθαν στις Αρχές και ζήτησαν την άδεια να πάνε να θάψουν τα σώματα. Δεν το άντεχαν ν’ αφήσουν να τα φάνε τα όρνια. Τους αρνήθηκαν την ταφή.

         Οι νεότερες τότε αποφάσισαν να μην υπακούσουν και συμφώνησαν να πάνε κρυφά τη νύχτα να τους θάψουν. Οι πιο ηλικιωμένες όμως δεν τις άφησαν: “Είσαστε νέες, η απόσταση [από την Αγία Ευφημία μέχρι τη Φάλαρη] είναι μεγάλη, περίπου δέκα χιλιόμετρα. Μπορεί να σας συμβεί κανένα κακό. Αφήστε, θα πάμε εμείς. Γριές είμαστε, τι θα μας κάνουν;”

         Έτσι, η Φιορούλα και η Ελένη σα βράδυασε, ξέμειναν έξω από την Αγία Ευφημία, λούφαξαν σ’ ένα λιοστάσι και περίμεναν. Σαν βγήκε το φεγγάρι κι έβλεπαν καλύτερα το μονοπάτι, προχώρησαν και από το αυλάκι – όχι από το δημόσιο δρόμο – έφτασαν στη Φάλαρη.

        Εκεί βρήκαν τ’ ακέφαλα κορμιά και τα έθαψαν με λυγμούς κι ένα βουβό μοιρολόι, χωρίς κερί και λιβάνι. Εμύραναν τον τάφο με της καρδιάς τους τα μύρα. Έκοψαν κλαριά από περνάρι και τοποθέτησαν δυο σταυρούς.

          Κι έφυγαν με πόνο κι ελπίδα πως οι νεκροί τους εκεί “κάτω από το χώμα, / μες στα σταυρωμένα χέρια τους / κρατάνε της καμπάνας το σχοινί / προσμένοντας την ώρα να σημάνουν την Ανάσταση”».   

Θυμίζω από την τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη: Ο βασιλιάς της Θήβας Κρέοντας έχει διατάξει να μείνει άθαφτος ο Πολυνείκης, επειδή θεωρείται εχθρός της πόλης. Έχει, μάλιστα,  εκδώσει διαταγή πως θα τιμωρήσει με θάνατο εκείνον που θα παραβεί τη διαταγή του και θα θάψει το πτώμα του «εχθρού» Πολυνείκη. Η Αντιγόνη, όμως, η αδελφή του νεκρού, θα παρακούσει τη βασιλική διαταγή και θάψει τον αδελφό της, γιατί αυτό επιβάλλει ο άγραφος, ο  ηθικός νόμος…

Για την αντιγραφή

Πέτρος Πετράτος