ΝΟΜΠΕΛ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ
Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος
Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης
Ο Ντόναλ Τραμπ (Donald Trump) δεν κρύβει ότι θεωρεί τον εαυτό του άξιο για το Νόμπελ Ειρήνης. Και ίσως έχει δίκιο, αρκεί να συμφωνήσουμε σε έναν νέο ορισμό του τι είναι «ειρήνη».
Διότι, με τα δεδομένα, του Τραμπ, ειρήνη δεν είναι η απουσία έντασης και πολέμου, αλλά η διαρκής παρουσία τους σε ελεγχόμενη μορφή. Είναι μια κατάσταση όπου ο Περσικός Κόλπος βρίσκεται μόνιμα στο όριο της κρίσης, όπου κάθε απειλή μεταφράζεται σε «στρατηγική σταθερότητα» και κάθε κλιμάκωση σε «αποτροπή».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και τραγωδίες -όπως οι πολύνεκρες επιθέσεις σε σχολεία παιδιών στο Ιράν- μοιάζουν να περνούν σε δεύτερη μοίρα. Δεν εντάσσονται στην αφήγηση της «ειρήνης», άρα δεν την διαταράσσουν. Αντιθέτως, σχεδόν απορροφώνται από αυτήν, σαν να αποτελούν αναμενόμενες παρενέργειες μιας μεγάλης γεωπολιτικής «επιτυχίας».
Και βεβαίως, υπάρχει και η οικονομία. Γιατί τι θα ήταν μια ειρηνευτική πολιτική, α λα Τραμπ, χωρίς τα απτά της αποτελέσματα; Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου, κάθε φορά που η ένταση ανεβαίνει, παρουσιάζεται περίπου ως φυσικό φαινόμενο -μια μικρή λεπτομέρεια μπροστά στη «μεγάλη εικόνα». Μόνο που αυτή η «λεπτομέρεια» πιέζει οικονομίες, αυξάνει το κόστος ζωής και στραγγαλίζει κοινωνίες -500 εκ. ευρώ το ημερήσιο κόστος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από αυτήν την λεπτομέρεια…
Ίσως όμως εδώ βρίσκεται και η μεγάλη καινοτομία. Μια νέα σχολή σκέψης, όπου η αβεβαιότητα γίνεται εργαλείο και η κρίση μεταφράζεται σε ανάπτυξη. Όπου η γεωπολιτική ένταση δεν θεωρείται πρόβλημα, αλλά -τουλάχιστον για ορισμένους- ευκαιρία.
Με αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για το Νόμπελ Ειρήνης είναι ελλιπής. Ο Ντόναλ Τραμπ αξίζει κάτι περισσότερο: ένα Νόμπελ Ειρήνης για την «δυναμική σταθερότητα» που οικοδομεί και ένα Νόμπελ Οικονομίας για τη συμβολή του σε αυτή τη νέα, πρωτότυπη μορφή «ανάπτυξης».
Γιατί, τελικά, αν η ένταση είναι ειρήνη και η κρίση είναι ευημερία, τότε πράγματι μιλάμε για μια ανακάλυψη που αξίζει διεθνή αναγνώριση. Και ίσως, τελικά, το πρόβλημα να μην είναι οι πράξεις, αλλά οι λέξεις με τις οποίες επιλέγουμε να τις περιγράφουμε.

