Κάνω Παπάδες.
.Άλλος αγαπάει τον παπά, και άλλος την παπαδιά.
Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι.
Τρελός παπάς τον βάφτισε.
Ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του.
Το πολύ το κυρ’ ελέησον το βαριέται κι ο παπάς.
Αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας.
Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
Τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντ’ έξι.
Αλλού παπάς κι’ αλλού τα ράσα του.
Όπου τεμπέλης και φαγάς εκεί χωροφύλακας ή παπάς.
Αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.
Ο παπάς πάει στην πόλη, η παπαδιά μολογεί (λέει με καμάρι τι είδε).
… να σου φτιάξω εγώ παπάδες! (δηλ. σπουδαία πράγματα, φανταστικά, αριστουργήματα)
…τον παπά θα παίξουμε; (δηλ. θα κοροϊδεύουμε ο ένας τον άλλον;)
…φέρε έναν παπά! (Στην ταβέρνα: ..φέρε ένα ποτήρι κρασί
Οι του βίου ναυαγοί, …του Υψίστου λειτουργοί (οι παπάδες)!
Κεφαλονίτικος παπάς, διαβάζει με σοφία! Τα δώδεκα ευαγγέλια τα βγάζει δεκατρία! Μαυρίλα



