Ιράν όπως Ιράκ, ή όταν ο Τραμπ αγνοεί την Ιστορία

Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε ακριβώς αυτό που είχε πει ότι δεν θα έκανε: έμπλεξε την Αμερική στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Ελπίζει ότι θα είναι ένας σύντομος, σκληρός, λυσσαλέος πόλεμος όπου οι ΗΠΑ θα γείρουν την πλάστιγγα υπέρ του Ισραήλ και…τέρμα.
Ένας πόλεμος «και μέσα και έξω από τη σύγκρουση» που θα διεξαχθεί εκ του ασφαλούς. Από ύψος 35.000 πόδια, με αόρατα βομβαρδιστικά B-2 και φοβερές βόμβες που καταστρέφουν υπόγειες εγκαταστάσεις. Θα τσακίσει την ηγεσία του Ιράν η οποία – στο μυαλό του Τραμπ – έχει ήδη γονατίσει από το Ισραήλ.
Αλλά όταν πρόκειται για αυτό το είδος πολέμου, το «μέσα» είναι πολύ πιο εύκολο από το «έξω».

Φυσικά, το Ιράν μπορεί να αποδεχτεί την ήττα, οι σιίτες κληρικοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες του θεοκρατικού καθεστώτος να αποφασίσουν ότι το παιχνίδι έχει τελειώσει και να διαπραγματευτούν μια διέξοδο.
Τι γίνεται όμως αν, όπως απειλούν, δεν το κάνουν;
Τι θα γίνει αν τα αντίποινα είναι παρατεταμένα και ισχυρά; Αν περιλάβουν επιθέσεις κατά αμερικανικών στόχων (στρατιωτικών βάσεων, πολεμικών σκαφών και πρεσβειών) και αμερικανικών συμφερόντων (επιχειρήσεων, εμπορικών πλοίων) ;
Τι θα γίνει αν σκοτωθούν και τραυματιστούν αμερικανικά στρατεύματα στην περιοχή;
Τι θα γίνει αν το Ιράν κλείσει τα Στενά του Ορμούζ ή υποθάλψει τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον Αμερικανών;
Απάντηση: είναι πολύ πιθανό ο Τραμπ να παρασυρθεί περαιτέρω.
Υπάρχουν και χειρότερα
Ερωτημάτων συνέχεια. Τι θα γίνει αν οι Ιρανοί επιταχύνουν τον απεμπλουτισμό ουρανίου σε όσες υπόγειες εγκαταστάσεις μείνουν άθικτες και κατασκευάσουν πυρηνικές κεφαλές το συντομότερο δυνατόν;
Δεν χρειάζεται φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα αισθανθεί την ανάγκη να στείλει στρατεύματα επί τόπου για να «τελειώσει τη δουλειά». Και, ενδεχομένως, να ανατρέψει το καθεστώς της Τεχεράνης.
Τότε όμως, όλα θα αρχίσουν να θυμίζουν Ιράκ της περιόδου 2003-2011.

Σε άρθρο του στο SKY News ο Βρετανός δημοσιογράφος Μαρκ Όστιν δεν μπορεί να αποφύγει τους συνειρμούς. Και μάλιστα επί προσωπικού. «Αν οι ΗΠΑ σχεδιάζουν αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, αυτό είναι κάτι που έχουμε ξαναζήσει. Το είδα εγώ με τα ίδια μου τα μάτια στο Ιράκ, το 2003. Και δεν ήταν ωραίο» γράφει.
Και εξηγεί: «Το 2002, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, υπήρχαν ισχυρές φωνές που ζητούσαν την ανατροπή του Ιρακινού δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν και την εξάλειψη του αιματηρού καθεστώτος και των υποτιθέμενων όπλων μαζικής καταστροφής που οι ΗΠΑ έλεγαν ότι διέθετε. Επικρατούσε η άποψη ότι ο λαός της Συρίας και του Ιράν – ναι, του Ιράν – απλώς δεν θα ανεχόταν την τυραννία και στις δικές τους χώρες μόλις η «ελευθερία» θα ερχόταν στο Ιράκ».
Τον Σεπτέμβριο του 2002 ο Μπους το είπε και ο ίδιος: «Ο λαός του Ιράκ μπορεί να απαλλαγεί από τα δεσμά που τον κρατούν αιχμάλωτο. Μπορεί μια μέρα να ενταχθεί σε ένα δημοκρατικό Αφγανιστάν και μια δημοκρατική Παλαιστίνη, εμπνέοντας μεταρρυθμίσεις σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο». Πόσο κούφια φαίνονται αυτά τα λόγια σήμερα.
Το φάντασμα της επέμβασης-φιάσκο στο Ιράκ το 2003
Τον Μάρτιο του 2003, εντελώς παράνομα, δηλαδή χωρίς ψήφισμα-εντολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η Αμερική του Μπους υιού εισέβαλλε στο Ιράκ, μαζί με τη Βρετανία του Τόνι Μπλερ, την Πολωνία, την Ισπανία, την Αυστραλία και άλλες χώρες που συγκρότησαν την αυτοαποκαλούμενη «Συμμαχία των Προθύμων».
«Ήμουν ανάμεσα σε πολλούς δημοσιογράφους που τους ακολούθησαν. Με το τηλεοπτικό μου συνεργείο περάσαμε τα σύνορα στην έρημο από το Κουβέιτ και μπήκαμε στα πεδία μάχης του νότιου Ιράκ. Πολύ γρήγορα, ήταν προφανές ότι ο ιρακινός στρατός είχε εξαφανιστεί. Είχαν πετάξει τις στολές τους. Αλλά όχι τα όπλα τους» θυμάται ο Όστιν.
Γιατι; Διότι περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να λάβουν μέρος σε διμέτωπο αγώνα: και κατά των δυτικών κατακτητών και κατά των «άλλων», εν προκειμένω των σουνιτών του Ιράκ, ένα τμήμα της ηγεσίας των οποίων φλέρταρε με τους εισβολείς.
Σχημάτισαν λοιπόν σουνίτικες πολιτοφυλακές, ταμπουρώθηκαν σε εδάφη, χωριά και πόλεις που γνώριζαν καλά και εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον των αυτόκλητων «ελευθερωτών» του Μπους και του Μπλερ.
Πράγματι το καθεστώς κατέρρευσε, ο Σαντάμ Χουσεΐν εντοπίστηκε και εκτελέστηκε. Αλλά αυτό που τον διαδέχθηκε ήταν χάος και βία. Το Ιράκ έγινε μια θανατηφόρα κόλαση με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, ξένους εισβολείς και ντόπιους, ένστολους και αμάχους.

Η αλλαγή καθεστώτος είναι εξαιρετικά αμφίβολλο εγχείρημα. Σήμερα η μετάβαση σε μια σταθερή δημοκρατία στο Ιράν θα ήταν αυτό που επιθυμούν περισσότερο πολλοί στη Δύση. Αλλά κανείς δεν μπορεί να το εγγυηθεί.
Πού είναι η μαζική αντιπολίτευση στην Τεχεράνη;
«Πού είναι το ιρανικό πολιτικό κίνημα που περιμένει να αναλάβει την εξουσία; Πού είναι η ηγεσία που θα φέρει σταθερότητα, ασφάλεια και δημοκρατία; Δεν φαίνονται τέτοια πράγματα στο Ιράν» τονίζει ο έμπειρος Βρετανός πολεμικός ανταποκριτής και αναλυτής .
Το χειρότερο σενάριο είναι η χαοτική κατάρρευση των κρατικών δομών, ο εμφύλιος και η αντίσταση.
«Θα μπορούσαν κάλλιστα τα απομεινάρια των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης να σχηματίσουν αντάρτικες ομάδες που θα κατέχουν αποθέματα όπλων, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Θα μπορούσαν εγκληματικά δίκτυα ή η μισητή Αστυνομία Δημόσιας Ασφάλειας, ή και τα δύο, να αποφασίσουν να αντισταθούν. Κάθε πόλεμος είναι διαφορετικός. Αλλά είναι τρέλα να αγνοούμε την Ιστορία» καταλήγει ο αρθρογράφος.

Όταν αμερικανικές βόμβες ρίχνονται στη Μέση Ανατολή, οι συνέπειες είναι απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες. Θεωρητικά Τραμπ το γνωρίζει. Γιαυτό προεκλογικά δεσμεύτηκε να κρατήσει την Αμερική μακριά από «ατελείωτες συγκρούσεις». Αλλά η παρορμητική απόφασή του να θέσει τέλος σε ό,τι θεωρεί επικίνδυνες πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν κυριάρχησε ναρκισσιστικά μέσα του.
Νομίζει ότι η στρατιωτική εμπλοκή της Αμερικής θα είναι καταιγιστική, αποτελεσματική και σύντομη. Το Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, η Λιβύη και το Ιράκ, δείχνουν ότι μάλλον δεν έχει ιδέα τι τον περιμένει.

