«Η καταγωγή του ανθρώπου» του Στέφανου Ν. Γερουλάνου (κριτική) – Η επινόηση της προϊστορίας και η εμμονή με την καταγωγή μας

Για τη μελέτη του Στέφανου Ν. Γερουλάνου «Η καταγωγή του ανθρώπου – Μια σύγχρονη ιστορία μύθου, εξουσίας και βίας» (εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Γλυπτό της Élisabeth Daynès
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
Ο τίτλος του βιβλίου Η καταγωγή του ανθρώπου δεν πρέπει να μας ξεγελά. Δεν πρόκειται για μια ακόμη αφήγηση των θεωριών της εξέλιξης του ανθρώπου και της καταγωγής του. Εδώ μιλάμε για μια κριτική θεώρηση των θεωριών για την καταγωγή του ανθρώπου. Για μια εξαντλητική κριτική με γνώμονα το πρόταγμα της πολλαπλότητας των δρόμων καταγωγής του ανθρώπου που ξεπερνά τον Οικουμενισμό του Διαφωτισμού. Μια κριτική της χρήσης αυτών των θεωριών, από τον αποικιοκρατικό ρατσισμό στον φιλελεύθερο ιμπεριαλισμό, και από εκεί κατευθείαν στον ρατσισμό και τους ναζί.
Η ιστορία της καταγωγής του ανθρώπου μάς βοηθά στο να κατανοήσουμε ποιοι είμαστε, πώς αναδειχθήκαμε ως οι δυνατοί αυτού του πλανήτη, πώς μια ομάδα υπέταξε την άλλη, πώς συναντήσαμε στο δρόμο μας τη θρησκεία, πώς από μια στιγμή και ύστερα τοποθετήσαμε το κέρδος και την τεχνολογία πάνω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Καλό είναι να διαβάσουμε με προσοχή αυτό το εξαιρετικό έργο. Το βιβλίο ενός δικού μας ανθρώπου που διαπρέπει στις ΗΠΑ ως καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ρεμάρκ. Το βιβλίο πάντως στα αγγλικά είχε τον τίτλο «The invention of prehistory: Empire, violence, and our obsession with human origins». Τίτλος που κατά τη γνώμη μου ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο στο περιεχόμενό του απ’ όσο ο ελληνικός.
Εν αρχή ην ο Ρουσσώ
Έναν αιώνα πριν από τον Ρουσσώ, το 1651, ο Τόμας Χομπς περιέγραφε την κατάσταση του «φυσικού ανθρώπου», του ιθαγενή δηλαδή, ως «μοναχική, φτωχική, άθλια, κτηνώδη και σύντομη». Αυτή η ιδέα αποτέλεσε στη συνέχεια τη νομιμοποιητική βάση της αποικιοκρατίας και του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμού, σύμφωνα με τον συγγραφέα. Η άγρια κατάσταση πολλές φορές και από πολλούς συγγραφείς ταυτιζόταν με την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας.
Η αρχική διαδρομή μας όμως ξεκινά από τα μέσα του 18ου αιώνα και συνεχίζεται μέχρι το 1880. Με ποιον ξεκινά; Με ποιον άλλο; Με τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ. Αυτός πρώτος αμφισβήτησε την ιδέα πως η ανάπτυξη του πολιτισμού είναι μια μακρά πορεία από την αγριότητα στον πολιτισμό. Αυτός θαύμαζε τους πρώτους ανθρώπους και καθόλου δεν τους θεωρούσε αγρίους. Το αντίθετο: έβλεπε μεγαλύτερη αγριότητα στον πολιτισμό, αν και διαπίστωνε πως δεν υπήρχε επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση.
Μετά την ανακάλυψη των νέων εδαφών στην αμερικανική ήπειρο, «οι ιθαγενείς του Νέου Κόσμου σφαγιάστηκαν, υποδουλώθηκαν, αφανίστηκαν, εξανδραποδίστηκαν, εκτοπίστηκαν σε νέες χώρες» (σ. 26). Αυτό ο Γερουλάνος δεν το ξεχνάει σ’ όλη του τη μελέτη. Οι «ιθαγενείς» όμως δεν αφορούσαν μόνο τον Νέο Κόσμο. «Ιθαγενείς» θεωρήθηκαν και «τα βάρβαρα γερμανικά φύλα», μια «ελεύθερη, ανυπότακτη, εθνοφυλετικά καθαρή φυλή». Ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ δήλωνε τον ενθουσιασμό του με αυτούς. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που πλέον εξυμνούσαν τις εισβολές των βαρβάρων κατά της διεφθαρμένης Ρώμης.
Η προϊστορική Γερμανία αναδείχθηκε σε σύμβολο δύναμης ακόμη και εκτός του γερμανικού κόσμου και όχι μόνο για τη Δεξιά, αλλά και για την Αριστερά. Αυτή η φαντασίωση έφτασε, υποστηρίζει ο Γερουλάνος, στο αποκορύφωμά της με τους ναζί.
Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, οι αρχαίοι βάρβαροι παρουσιάστηκαν ως εγγυητές του αναγεννημένου γερμανικού έθνους. Οι «ιθαγενείς» της Γερμανίας έγιναν οι καλοί βάρβαροι. Οι βάρβαροι που μπορούσαν όχι μόνο να εκπολιτιστούν, αλλά και να εκπολιτίσουν τους «κακούς βάρβαρους». Αν και δεν το γράφει ο Γερουλάνος, η βασιλεία του Όθωνα περιείχε ψήγματα αυτής της ιδέας. Οι Βαυαροί εκπολιτίζουν τους βάρβαρους Έλληνες. Η προϊστορική Γερμανία αναδείχθηκε σε σύμβολο δύναμης ακόμη και εκτός του γερμανικού κόσμου και όχι μόνο για τη Δεξιά, αλλά και για την Αριστερά. Αυτή η φαντασίωση έφτασε, υποστηρίζει ο Γερουλάνος, στο αποκορύφωμά της με τους ναζί. Και γιατί συνέβη αυτό; Γιατί αυτοί οι «βάρβαροι» ήταν Ευρωπαίοι βάρβαροι. Βορειοευρωπαίοι, μάλιστα. Ο ινδοευρωπαϊσμός (ή οι Ινδογερμανοί) ήταν το εργαλείο αυτής της ιδέας. Οι αρχαίοι Γερμανοί «αποτελούσαν αρχαιολογικό θαύμα, κυρίως διότι ήταν “αυτόχθονες” Βορειοευρωπαίοι» (σ. 48)
Όταν η γεωλογία συνάντησε την ανθρωπολογία πριν τη βιολογία
Στις αρχές, όμως, του 19ου αιώνα, η επιστήμη της γεωλογίας πήγε πίσω και πέρα από αυτές τις φαντασιώσεις. Η γεωλογία έδειξε την άβυσσο που μας χώριζε από το παρελθόν. Οι γεωλόγοι, ο Άγγλος Τσαρλς Λάιελ και ο Σκοτσέζος Τζέιμς Χάττον, έδειξαν πως η διαμόρφωση του φλοιού της γης δεν προήλθε από κατακλυσμούς και καταστροφές και άλλα παρόμοια, αλλά απ’ αυτό που ονόμασαν «ρήξεις ομοιομορφισμου».
Καιρός ήταν να κάνει την εμφάνισή του και ο ρατσισμός. Είχε αργήσει μάλιστα. Πλήθυναν τα βιβλία -Ρόμπερτ Τσέιμπερς και άλλοι- που υποστήριζαν πως μόνο οι λευκοί λαοί είχαν θέσει τα θεμέλια για τον πραγματικό πολιτισμό.
Ήταν η αρχή της αμφισβήτησης της Βίβλου ως αυθεντίας στη διαμόρφωση του κόσμου μας. Αυθεντία που την έριξε στα Τάρταρα στα μέσα του αιώνα ο Κάρολος Δαρβίνος. Πριν απ’ αυτόν, όμως, η μελέτη της βίας των δεινόσαυρων έδωσε τεράστιο υλικό στη μελέτη της καταγωγής του ανθρώπου, σε συνδυασμό με τη μελέτη των απολιθωμάτων και των ερειπίων. Σ’ αυτά, οι επιστήμονες έβλεπαν τα σημάδια των καταστροφών που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του χρόνου. Όλα αυτά αντανακλάστηκαν στις παραστατικές τέχνες και στην ποίηση. Οι πίνακες που συνοδεύουν το βιβλίο είναι εντυπωσιακοί και ενδεικτικοί όλων όσων υποστηρίζει ο συγγραφέας.
Καιρός ήταν να κάνει την εμφάνισή του και ο ρατσισμός. Είχε αργήσει μάλιστα. Πλήθυναν τα βιβλία -Ρόμπερτ Τσέιμπερς και άλλοι- που υποστήριζαν πως μόνο οι λευκοί λαοί είχαν θέσει τα θεμέλια για τον πραγματικό πολιτισμό. Ο Δαρβίνος στην Καταγωγή των ειδών, αν και αρνείτο την ξεχωριστή καταγωγή των φυλών, επηρεάστηκε από τον Τσέιμπερς και μιλούσε για «τα μνημεία της παρόδου του χρόνου» τα οποία ήταν μάρτυρες της φυσικής επιλογής. Η μελέτη των οστών και των ερειπίων ερμήνευε τη φυσική επιλογή. Από εδώ έως την ιδέα πως στην προϊστορία του ανθρώπου υπήρχαν είδη που εξαφανίζονταν -άρα και ο άνθρωπος (ιδίως ο λευκός άνθρωπος) μπορούσε να εξαφανιστεί- η απόσταση ήταν πολύ μικρή. Αυτή είναι η βάση και της σημερινής ακροδεξιάς ιδέας της «μεγάλης αντικατάστασης».
Η κατάσταση περιπλέχθηκε με την ανακάλυψη όλο και νεότερων κρανίων. Αυτές οι ανακαλύψεις, ανάλογα με την ονομασία του τόπου που έγιναν, έδωσαν το όνομα στον άνθρωπο του Κρο-Μανιόν, του Νεάντερταλ, της Χαϊδελβέργης κ.ο.κ. «Τώρα έμοιαζε εύκολο να απαντηθεί το ερώτημα για το πώς συνδεόταν το απώτατο παρελθόν με τους ιθαγενείς στο παρόν» (σ. 69). Και η απάντηση ήταν η ευγονική και οι αποικιοκρατικοί παραλληλισμοί.
Οι θεωρίες των σταδίων
Ήταν η εποχή που η ιστορία της ανθρωπότητας διαιρέθηκε στα τρία ή και σε περισσότερα στάδια. «Άγριοι, βάρβαροι, πολιτισμένοι» για πολλούς, ή «Εποχή του Λίθου, του Χαλκού και του Σιδήρου» για άλλους. Πολλές φορές, οι ίδιοι ενστερνίζονταν και τις δυο διαιρέσεις. Ο Σαιν Σιμόν και ο Ογκύστ Κοντ έγραφαν για το θεολογικό, το μεταφυσικό και το θετικό στάδιο. Στην ανθρωπολογία και στον υπέροχο Χρυσό κλώνο του Τζέιμς Φρέιζερ, αυτά τα στάδια έγιναν τα στάδια «της μαγείας, της θρησκείας και της επιστήμης».
Έτσι, η επιστήμη, όπως με γλαφυρό και ανάγλυφο τρόπο δείχνει ο Γερουλάνος, από θεραπαινίδα της γνώσης μετατρεπόταν σε θεραπαινίδα της αποικιοκρατίας.
Πολύ φοβάμαι πως η ιδιοτελής ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης σήμερα μας επιστρέφει όχι στο στάδιο της θρησκείας, αλλά της μαγείας. Ο Γερουλάνος δεν αμφισβητεί πως η ανθρωπότητα όντως πέρασε από διάφορα στάδια – πώς άλλωστε θα μπορούσε αυτός, ένας επιστήμονας, να κάνει κάτι τέτοιο; Αμφισβητεί την ιδεολογική και πολιτική χρήση αυτών των σταδίων.
Η σύγκρουση των επιστημόνων
Καιρός ήταν να συγκρουστούν οι επιστήμες και οι επιστήμονες για τα στάδια της εξέλιξης και της ανάπτυξης του πολιτισμού. Αν γινόταν αποδεκτή η ιδέα του Δαρβίνου πως η καταγωγή των ειδών δεν είναι πολυγενετική, τότε πως εξηγούνται οι μεγάλες διαφορές στους πολιτισμούς; Η απόρριψη της βιολογικής ιεράρχησης των φυλών έθετε ερωτήματα στο πώς προέκυψαν οι διαφορές στις κουλτούρες. Και τότε οι επιστήμονες στράφηκαν στη γλωσσολογία, στη μελέτη της τεχνολογίας και της γεωλογίας. Ο πλούτος των αναλύσεων και της παράθεσης ιδεών από τον συγγραφέα εδώ είναι ανυπολόγιστος. Αυτό όμως που φάνηκε να αποκτά τη νομιμοποίηση της αποικιοκρατικής εξουσίας της εποχής ήταν η ιδέα που είχε φανεί προ πολλών δεκαετιών. Η ιδέα της «εκπολιτιστικής αποστολής» του «φορτίου του λευκού». Έτσι, η επιστήμη, όπως με γλαφυρό και ανάγλυφο τρόπο δείχνει ο Γερουλάνος, από θεραπαινίδα της γνώσης μετατρεπόταν σε θεραπαινίδα της αποικιοκρατίας.
Έτσι, η ιδέα πως οι «άγριες φυλές» αποτελούν μη εξημερωμένα κατάλοιπα, απολιθώματα που απέτυχαν να μετασχηματιστούν και επομένως να επιβιώσουν υπό την πίεση της φύσης, εκτός από επιστημονικό μανδύα, φόρεσε και τη στρατιωτική στολή της αποικιοκρατικής εξουσίας.
Από το 1830 έως το 1918 αλλάζουν όλα αυτά, για να μείνουν ίδια, για να θυμηθούμε και τον Γατόπαρδο του Λαμπεντούζα. Αρχικά, υπό την επιρροή του Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος με τη σειρά του είχε επηρεαστεί από τον εθνολόγο Λούις Χένρι Μόργκαν, άρχισε να διαδίδεται η έννοια του «πρωτόγονου κομμουνισμού». Αυτός όμως δεν είχε αξία από μόνος του, αλλά ως ιδέα που προλείαινε το έδαφος για την κατάργηση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Σε συνέχεια αυτού του «πρωτόγονου κομμουνισμού», αναπτύχθηκαν και οι ιδέες για τις μητριαρχικές κοινωνίες και τις πρώτες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ήμασταν, όμως, ακόμη πολύ μακριά από τις ιδέες της Λούξεμπουργκ, της Κολοντάι και, ακόμη περισσότερο, μακριά από τις ιδέες της Μποβουάρ και του φεμινισμού του 20ού αιώνα.
Οι ιθαγενείς ως «ζωντανά απολιθώματα»
Η συζήτηση τότε εστίασε και στον λεγόμενο «υπό εξαφάνιση γηγενή». Πότε άρχισαν και γιατί να εξαφανίζονται οι λαοί; Εδώ οι απαντήσεις δεν ήταν πάντα επιστημονικές. Η ιδέα του Δαρβίνου για την «πάλη για την επιβίωση» συνοδεύτηκε με την ιδέα του «προσαρμοστικότερου» γηγενή. Έτσι, η ιδέα πως οι «άγριες φυλές» αποτελούν μη εξημερωμένα κατάλοιπα, απολιθώματα που απέτυχαν να μετασχηματιστούν και επομένως να επιβιώσουν υπό την πίεση της φύσης, εκτός από επιστημονικό μανδύα, φόρεσε και τη στρατιωτική στολή της αποικιοκρατικής εξουσίας. Αφού οι ιθαγενείς ήταν ζωντανά απολιθώματα ενός κατώτερου σταδίου, τότε δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα να τους εξαφανίσουμε από προσώπου γης. Μόνο κάποιοι ιεραπόστολοι και ανθρωπολόγοι έγραψαν δυνατά κείμενα κατακραυγής κατά αυτών των πρακτικών. Μια οικτρή μειοψηφία. Και εδώ όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο αθώα, όσο φαίνονταν. «Παρά τις αγαθές και τις ευγενείς ίσως προθέσεις τους, το αποτέλεσμα ήταν να εμπλακούν σε έναν μάλλον απεχθή ανταγωνισμό, ποιος θα βρει και θα μελετήσει τους πιο αξιοθρήνητους άγριους (σ. 132).
Η μελέτη των Νεάντερταλ ως «τα αντίγραφά» μας επέτεινε αυτή την κατάσταση. Οι Νεάντερταλ αποσυνδέθηκαν από την εικόνα του ανθρώπου των σπηλαίων και άρχισαν να συνδέονται με τον Homo sapiens. Ο Νεάντερταλ έγινε κατασκευαστής εργαλείων και όχι ένας πρωτόγονος άγριος. Οι ιδέες για την επιμειξία Νεάντερταλ και Homo sapiens έφεραν στο προσκήνιο τις ιδέες για τους κινδύνους από τη φυλετική ανάμειξη. Οι σημερινοί ακροδεξιοί καθόλου δεν πρωτοτυπούν. Ένα «λεπτό βερνίκι» έπρεπε να περάσει ώστε να καλλωπίσει αυτές τις ιδέες. Το «λεπτό βερνίκι» που κατά τους χριστιανούς στοχαστές προηγουμένως έκρυβε την ειδωλολατρία, στον 19ο και 20ό αιώνα έκρυβε τον ρατσισμό και τον φιλελεύθερο ιμπεριαλισμό. Ο άγριος είχε μπει κάτω από το λεπτό βερνίκι του πολιτισμού. «Το 1900, το λεπτό βερνίκι αντιπροσώπευε ταυτοχρόνως υπόσχεση και απειλή» (σ. 171).
Καταφτάνουν οι «ορδές»
Και που ήταν κρυμμένη έως τότε η ψυχολογία και η ψυχανάλυση; Καιρός ήταν να κάνουν και αυτές την εμφάνισή τους. Ο Φρόιντ ήρθε σαν οδοστρωτήρας να λειώσει όλα όσα γνωρίζαμε έως τώρα. Ο πολιτισμός δεν κατανίκησε τον προϊστορικό άνθρωπο. Αυτός βρίσκεται πάντα αναμεσά μας και περιμένει την ευκαιρία του. Το πλήθος πάντα περιμένει ένα ηγέτη, έγραφαν ο Γκυστάβ λε Μπον, ο Ορτέγκα Ι Γκασέτ, αλλά και ο Φρόιντ. Τα άτομα πάντα υποτάσσονται σε μια ομάδα. Ιδέα που με διαστροφικό τρόπο προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν οι ναζί.
Έτσι, με την είσοδο στον 20ό αιώνα, το φαινόμενο των «ορδών», που πλημμυρίζουν την Ευρώπη, που είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 19ου, παίρνει μια νέα μορφή. Οι Κίτρινοι, οι Μαύροι, οι Άγριοι απειλούν την Ευρώπη και την Άρια Φυλή. Την ίδια στιγμή, όμως, αυτοί χρησιμοποιούνται και ως απειλή για τις ελίτ. Κάτι που κάνει ακόμη οξύτερο τον φόβο από αυτούς. Οι Εβραίοι και οι πρόσφυγες, με τη σειρά τους, στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στοχοποιούνται ως η Πέμπτη Φάλαγγα κατά του πολιτισμού. Σε αυτούς μετά το 1917 προστέθηκε και ο εβραιομπολσεβικισμός. Ο δρόμος για τους ναζί είχε ανοίξει και δεν θα «έκλεινε» παρά μόνο με τον πιο εξοντωτικό πόλεμο που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η ανθρωπότητα. Ο Ινδογερμανισμός που κινδύνευε να ξεχαστεί, επανήλθε ως εκείνο το διάλειμμα καθαρότητας που αναδείκνυε το πνεύμα της Άριας φυλής. Αν και οι απόψεις των ναζί γύρω από αυτά τα θέματα ποικίλαν. Πάντως η φαντασίωση για τους Ινδογερμανούς, υποστηρίζει ο συγγραφέας, διαμόρφωσε τη διεξαγωγή του πολέμου.
Και η βία συνεχίζεται…
Πριν όμως, το 1939, ο καθολικός και ουμανιστής ιερέας Πιέρ Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν, μαζί με άλλους αρχαιολόγους, δούλεψε πάνω στον λεγόμενο «Άνθρωπο του Πεκίνου» που είχε ανακαλυφτεί στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Ο Τεϊγιάρ επιχείρησε να συμφιλιώσει τον καθολικισμό με τη θεωρία της εξέλιξης ξεπερνώντας τις ανοησίες του «ευφυούς σχεδίου». Παράλληλα, άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση για την καταγωγή του ανθρώπου. Άρχισαν να επικρατούν οι ιδέες πως αυτός κατάγεται από την Αφρική και όχι από την Ευρώπη ή την Ασία.
Μετά τον Πόλεμο, η ίδρυση της UNESCO έθεσε ζητήματα για το πώς πρέπει να ερμηνεύεται ο Δαρβίνος και για το πώς ο Οικουμενισμός και η άρνηση των φυλών συνθλίβουν τις διαφορές.
Εδώ ο συγγραφέας διαπραγματεύεται θέματα που άπτονται της ιστορίας της ζωγραφικής των σπηλαίων, το θέμα των «υπολογιστών» στην Εποχή του Λίθου, την άποψη δηλαδή που υποστηρίζει πως τα εργαλεία και όχι το μέγεθος του εγκεφάλου, ο υλικός πολιτισμός και όχι η βιολογία, καθόρισαν την εξέλιξη, αλλά και το ζήτημα που αφορά την άποψη που ήθελε στις πρώτες κοινωνίες να υπάρχει βία, αλλά όχι πόλεμος, όπως στις μεταγενέστερες. Για να φτάσουμε πλέον στο εγκώμιο των μεταπολεμικών βομβαρδισμών, που σύμφωνα με τον επιτελάρχη της Αεροπορίας των ΗΠΑ Κέρτις Λεμέυ, απειλούσαν να στείλουν το Βιετνάμ στην Εποχή του Λίθου. Σιγά που αυτή η βάρβαρη ιδέα θα ήταν ανακάλυψη του Τραμπ. Στην Εποχή του Λίθου απειλούσαν να στείλουν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τη Γερμανία και την Ιαπωνία οι τότε βομβαρδισμοί, όπως και την Κορέα το 1953.
Μετά τον Πόλεμο, η ίδρυση της UNESCO έθεσε ζητήματα για το πώς πρέπει να ερμηνεύεται ο Δαρβίνος και για το πώς ο Οικουμενισμός και η άρνηση των φυλών συνθλίβουν τις διαφορές. Αυτός ο οικουμενισμός «δεν απείχε ποσώς από τις “εκπολιτιστικές αποστολές” των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών» (σ. 270). Αυτά τόνιζε ο Κλοντ Λεβί Στρος και πολλοί άλλοι ριζοσπάστες ανθρωπολόγοι, όπως ο Μάρσαλ Σάλινς, ο Πιερ Κλαστρ, η Μάργκαρετ Μιντ. Αυτοί αντιστάθηκαν στον καπιταλισμό, και σε μια στρεβλή αντίληψη του Διαφωτισμού, θα πρόσθετα, που ήθελαν να χρησιμοποιούν το κράτος και την επιστήμη ως ρατσιστικά εργαλεία. Στο μεταξύ, συνοψίζει ο συγγραφέας «η πραγματική βία εναντίον των ιθαγενών συνεχίζεται»… (σ. 382)
Ένα θαυμάσιο αντιρατσιστικό έργο, που σε κανένα σημείο του δεν υποχωρεί από την επιστημοσύνη και τον ορθό λόγο. Αρκεί να διαβαστεί όπως είναι, ως μια κριτική των ιδεών για την καταγωγή του ανθρώπου και όχι ως μια μελέτη για την καταγωγή του. Εξαιρετική η μετάφραση του πολύπειρου Μενέλαου Αστερίου.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Το 1930, ρητός σκοπός της ευγονικής ήταν η εξάλειψη του «παλαιολιθικού ανθρώπου». Ανθρωπολόγοι μετρούσαν κρανία και εγκωμίαζαν τη φυλετική κανονικότητα. Από τη μεριά τους, οι βιολόγοι δεν έβρισκαν τίποτα μεμπτό στην άποψη πως η φύση «ακολουθεί την πορεία της». Κάποιοι ανθρωπολόγοι ωστόσο αντιτάχθηκαν στην ευγονική και στην αδιαφορία των βιολόγων. Ο δικός τους σκοπός ήταν να «προστατεύσουν» τους καταπιεσμένους. Παρά τις αγαθές και τις ευγενείς ίσως προθέσεις τους, το αποτέλεσμα ήταν να εμπλακούν σε έναν μάλλον απεχθή ανταγωνισμό, ποιος θα βρει και θα μελετήσει τους πιο αξιοθρήνητους άγριους – τους πιο πρωτόγονους, τους πιο απολίτιστους, τους πιο εξαθλιωμένους που θα μπορούσαν να παράσχουν τα καλύτερα διδάγματα για την ανθρώπινη φύση και οι οποίοι βρίσκονταν εγγύτερα από οποιονδήποτε άλλον λαό στον αφανισμό» (σ. 132).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Στέφανος Γερουλάνος είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Ρεμάρκ και καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Έχει γράψει τα έργα Transparency in Postwar France: A critical history of the present (Η διαφάνεια και οι κριτές της: Μια ιστορία της μεταπολεμικής γαλλικής σκέψης, μτφρ. Γιώργος Θ. Καράμπελας, εκδ. Πόλις), The human body in the age of catastrophe σε συνεργασία με τον Todd Meyers, An atheism that is not humanist emerges in french thought.
Από το 2017 είναι ένας από τους αρχισυντάκτες του Journal of the History of Ideas.





