♦ Ο χθεσινός συμβολισμός με τα χαριτωμένα μικρά ….γαϊδουράκια ελπίζω να έγινε κατανοητός.
♦ Υπάρχουν τόσα πολλά χαριτωμένα …….μεγάλα γαϊδουράκια…….
♦ Επόμενος σταθμός στο μεγαλοβδομαδιάτικο ποιητικό μας περιδιάβασμα, το “Φως που καίει”, του Κώστα Βάρναλη.
♦ Δεν χρειάστηκε να ξοδέψω πολύ χρόνο για να αποφασίσω ποιο κομμάτι να επιλέξω, ανάμεσα στα πολλά ποιήματα που έχει γράψει ο Βάρναλης για την μεγάλη εβδομάδα.
♦ Μπορεί να μη με εκπλήσσει πλέον η στιχουργική άνεση και η κοφτερή σαν ξυράφι γλώσσα του αλλά εξακολουθώ να θαυμάζω ανυπόκριτα τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα του:
♦ Η κατά Βάρναλη “Μάνα του Χριστού” είναι ίσως η πιο ανθρώπινη της λογοτεχνίας μας.
♦ Αντιγράφουμε από την συγκεντρωτική έκδοση “Κώστας Βάρναλης: Άπαντα τα ποιητικά 1904-1975” (Κέδρος, 2014):
Η Μάνα του Χριστού
![]() |
| Κώστας Βάρναλης – Αίγινα, 1931
|
Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο και πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.
Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!
Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέλφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!
Ενα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι…
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Κι αμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.






