Ζόραν Μαμντάνι: Η επιστροφή της πολιτικής

Στις δημοτικές εκλογές που διεξάγονται στη Νέα Υόρκη σήμερα, Τρίτη, ο Ζόραν Μαμντάνι δεν είναι απλώς ένας ακόμα υποψήφιος στη λίστα. Είναι η έκφραση ενός ρήγματος που βαθαίνει εδώ και χρόνια στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, ενός ρήγματος ανάμεσα στον παραδοσιακό κομματικό μηχανισμό και το νέο, προοδευτικό ρεύμα που έφερε πρώτος στην επιφάνεια ο προοδευτικός γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς.
Η επικράτηση του Μαμντάνι, ενός νεαρού βουλευτή από το Κουινς στις εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών για την ανάδειξη του υποψηφίου δημάρχου τον Ιούνιο ήταν κάτι πολύ περισσότερο από πολιτική έκπληξη. Δείχνει σύμπτωμα μιας σοβαρής μετατόπισης στον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική αριστερά αντιλαμβάνεται την εξουσία.
Χωρίς τη στήριξη του κεντρικού κομματικού μηχανισμού, χωρίς μεγάλα οικονομικά δίκτυα χορηγών και χωρίς τις «ευλογίες» τοπικών παραγόντων, ο Μαμντάνι βρίσκεται σήμερα ένα βήμα πριν τη δημαρχία της πιο εμβληματικής πόλης των ΗΠΑ.
Ο ίδιος αποτελεί από πολλές απόψεις ότι ακριβώς απεχθάνεται ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και οι οπαδοί του. Ενας γιος μεταναστών από την Ουγκάντα με ρίζες από τη Νότια Ασία ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλιστής. Η πορεία του Μαμντάνι στην πολιτική δεν ξεκίνησε από την καμπάνια υποστήριξης κάποιου καθιερωμένου πολιτικού των Δημοκρατικών αλλά από τους δρόμους — από τις καμπάνιες για το δικαίωμα στη στέγη και από τους αγώνες ενάντια στις εξώσεις στο Κουινς.
Το 2020 εξελέγη στην τοπική βουλή της Νέας Υόρκης, εκπροσωπώντας τη συνοικία της Αστορια. Από την αρχή ξεχώρισε για τις ριζοσπαστικές του προτάσεις: δημόσιες επενδύσεις στη στέγαση, δωρεάν μετακινήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς, την επιβολή ειδικής φορολογίας των μεγάλων κατασκευαστικών που συνεργάζονταν με τον δήμο. Πολύ σύντομα έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του κινήματος των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών, η οποία θεωρείται σήμερα ως η προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών.
Όταν ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για τη δημαρχία το 2024, λίγοι τον πήραν στα σοβαρά. Οι δημοκρατικές οργανώσεις της πόλης θεωρούσαν δεδομένο ότι η μάχη θα παιζόταν ανάμεσα σε δύο «βαριά» ονόματα: τον πρώην κυβερνήτη Άντριου Κουόμο, που επεδίωκε πολιτική αποκατάσταση μετά την πτώση του 2021, και την Αντριέν Ανταμς, τότε πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου.
Η στρατηγική των κινημάτων
Η κομματική μηχανή κινήθηκε με βάση τη γνωστή συνταγή: συγκέντρωση χρηματοδοτήσεων από μεγάλες επιχειρήσεις, συνεργασίες με τοπικά συνδικάτα και προσεκτικά επιλεγμένες και σκηνοθετημένες δημόσιες εμφανίσεις. Ο Μαμντάνι, αντίθετα, ξεκίνησε συγκεντρώνοντας χρήματα από ομάδες εθελοντών πραγματοποιώντας ανοιχτές συνελεύσεις στις γειτονιές.
Εκείνο που αρχικά φάνταζε σαν μειονέκτημα λειτούργησε ως πλεονέκτημα και η έλλειψη επίσημης στήριξης αποδείχθηκε το μεγάλο «ατού» του. Ισως επειδή ο νεαρός υποψήφιος κατάφερε να πείσει μεγάλο μέρος των Νεοϋορκέζων ότι δεν χρωστάει τίποτα στο σύστημα που οι ίδιοι θεωρούν υπεύθυνο για τη στεγαστική κρίση και την αυξανόμενη ανισότητα. «Δεν είμαι εδώ για να διοικήσω την πόλη όπως είναι — είμαι εδώ για να τη φανταστούμε ξανά», έλεγε σε κάθε του συγκέντρωση.
Η καμπάνια του Μαμντάνι ήταν υπόδειγμα πολιτικής οργάνωσης από τα κάτω. Η πτέρυγα των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών, οι κοινωνικές οργανώσεις για τη στέγαση και τα προοδευτικά δίκτυα νεολαίας δημιούργησαν ένα χαλαρό αλλά αποτελεσματικό οικοσύστημα υποστήριξης. Οι εθελοντές δεν περιορίστηκαν στο να συγκεντρώνουν χρήματα και να συμμετέχουν σε συγκεντρώσεις. Πραγματοποίησαν μια καμπάνια «πόρτα-πόρτα», οργάνωσαν τοπικά συμβούλια γειτονιάς και αξιοποίησαν την τεχνολογία για να συνδεθούν με ψηφοφόρους που δεν είχαν ξανασυμμετάσχει σε εκλογές.
Ετσι, εντελώς αναπάντεχα, ο Μαμντάνι αναδείχτηκε στις προκριματικές εκλογές του περσινού Ιουνίου «δεύτερη επιλογή» για πολλούς ψηφοφόρους που αναζητούσαν αλλαγή, ακόμη κι αν δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστές. Στον τελικό γύρο, συγκέντρωσε 56,4% έναντι του Κουόμο που υποστηριζόταν από τον κεντρικό κομματικό μηχανισμό, ανατρέποντας κάθε πρόβλεψη. Ηταν ο θρίαμβος μιας καμπάνιας που θύμιζε περισσότερο κίνημα παρά εκλογικό μηχανισμό.
Το αποτέλεσμα προκάλεσε, όπως θα περίμενε κανείς, σοκ στον κομματικό μηχανισμό των Δημοκρατικών. Ορισμένοι έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τη νίκη του Μαμντάνι «πυροτέχνημα» και να προειδοποιήσουν ότι η «ριζοσπαστική» του ατζέντα θα αποξένωνε τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Άλλοι, πιο συμβιβαστικοί, μίλησαν για την ανάγκη «επανεκκίνησης» της σχέσης του κόμματος με τα κινήματα πόλης.

Σε κάθε περίπτωση, το φαινόμενο Μαμντάνι ανάγκασε το κόμμα να παραδεχτεί ότι η εποχή της λεγόμενης «τεχνοκρατικής αυτοπεποίθησης» είχε φτάσει στα όρια της. Ηταν μια αντίληψη που επί δεκαετίες κυριάρχησε στις πολιτικές επιλογές των Δημοκρατικών. Η πεποίθηση πως τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα —όπως η φτώχεια, η στέγη, η εγκληματικότητα, οι συγκοινωνίες— μπορούν να λυθούν με τεχνικές, «ουδέτερες» λύσεις και ορθολογικό σχεδιασμό, χωρίς πολιτική σύγκρουση. Η επιτυχία ταυτιζόταν πάντα με τη σταθερότητα, όχι με την κοινωνική αλλαγή.
Η σκιά του Μπέρνι Σάντερς
Η πολιτική τροχιά του Μαμντάνι δεν μπορεί ίσως να εξηγηθεί έξω από το πλαίσιο του προοδευτικού κύματος που γέννησε ο Μπέρνι Σάντερς και εδραίωσε η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ. Όπως έκανε ο Σάντερς το 2016 και το 2020 διεκδικώντας το χρίσμα των Δημοκρατικών, έτσι και ο Μαμντάνι επανέφερε τον πολιτικό λόγο στις «ρίζες». Αρχισε να μιλά για «πόλεμο ενάντια στην ανισότητα», για αναδιανομή πλούτου και για την ανάγκη οι πόλεις να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον αντί για τα κέρδη των κατασκευαστικών.
Η Κορτέζ έγινε μια από τις πρώτες προβεβλημένες φιγούρες των Δημοκρατικών που τον στήριξαν δημόσια: «Δεν είναι αρκετό να έχουμε προοδευτικούς στη Βουλή ή στο Κογκρέσο. Χρειαζόμαστε και προοδευτικούς δημάρχους που μπορούν να αλλάξουν την καθημερινότητα των πολιτών» τόνισε.
Η σημερινή Νέα Υόρκη είναι περισσότερο παρά ποτέ μια πόλη αντιφάσεων. Παγκόσμιο κέντρο καινοτομίας και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου·από τη μία και, από την άλλη, με ένα χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών σε ιστορικά επίπεδα. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πιέζονται όλο και περισσότερο και οι νέοι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.
Και από αυτή την άποψη, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της καμπάνιας Μαμντάνι είναι ότι δεν οικοδομήθηκε πάνω στην αντίδραση αλλά θέλησε να δώσει ένα θετικό περιεχόμενο που θα μπορούσε να κινητοποιήσει τους πολίτες. Την ώρα που η ηγεσία των Δημοκρατικών περιορίζεται μόνο σε συνεχείς καταγγελίες για την πολιτική Τραμπ, ο Μαμντάνι ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.
Σε κάθε του ομιλία απέφευγε τις συνήθεις επιθέσεις κατά της ρεπουμπλικανικής δεξιάς και του MAGA ρίχνοντας το βάρος σε ένα προοδευτικό και πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό πρόγραμμα: δημόσια στέγαση για όλους, δωρεάν πρόσβαση στα μέσα μεταφοράς, δημοτική ενεργειακή πολιτική με στόχο το μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα, μεταφορά πόρων από την αστυνόμευση σε κοινωνικές υπηρεσίες, . φορολόγηση μεγάλων ακινήτων για τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων.
Ηταν μια γλώσσα πρακτική αλλά και οραματική συνάμα. Μια προσέγγιση που εξηγεί γιατί ο λόγος του βρήκε πολύ σύντομα απήχηση και πέρα από τον πυρήνα των προοδευτικών ψηφοφόρων. «Δεν θα αλλάξουμε τη ζωή των Νεοϋορκέζων αν μιλάμε μόνο για την Ουάσιγκτον.Η αλλαγή ξεκινά εδώ, στο τετράγωνο μας, στη δική μας πόλη.» επαναλάμβανε ο Μαμντάνι στη διάρκεια της προεκλογικής του καμπάνιας.
Αν ο Μαμντάνι κερδίσει στις εκλογές της 4ης Νοεμβρίου, θα γίνει ο πρώτος δήμαρχος της Νέας Υόρκης που αυτοπροσδιορίζεται ανοιχτά ως σοσιαλιστής εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Ακόμη όμως και αν χάσει από τον Κουόμο (που κατεβαίνει στις εκλογές ως ανεξάρτητος) ή από τον Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο, Κέρτις Σλίβα, το αποτύπωμα του θα έχει μείνει.
Η ανάδειξη του ως υποψηφίου δείχνει πως οι νέες γενιές ψηφοφόρων , οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, οι μετανάστες δεύτερης γενιάς, οι νέοι με φοιτητικά δάνεια, δεν αισθάνονται πλέον ότι εκπροσωπούνται από το Δημοκρατικό Κόμμα με τη σημερινή του μορφή. Και πως η απάντηση του Μαμντάνι – το μέλλον δεν βρίσκεται στο κέντρο αλλά στη βάση – ακούγεται όλο και πιο πειστική από μια κοινωνία που δεν ζητάει πια διαχείριση αλλά κοινωνική αλλαγή.

