Εγκώμιο της Βασικής Ερευνας και παρακαταθήκη για τούς μελλοντικούς χρήστες των εγκαταστάσεων του Ευδόξου.
[Ιστορικό κείμενο του 1998 από τον Ν.Σολωμό (εμπνευστή-πρωτεργάτη του ΚΙΕ-ΕΥΔΟΞΟΣ) γραμμένο στην Κεφαλονιά την περίοδο που ο αείμνηστος Γεράσιμος Αρσένης, στην Αθήνα, «δεν καθότανε καλά»].
Νικόλαος Σολωμός
Κάθε άνθρωπος μορφωμένος γνωρίζει ποιό σπουδαίο ρόλο παίζουν οι φυσικές επιστήμες στην ζωή των εθνών, αφού στήν ανάπτυξή τους οφείλει κατά μέγα μέρος ο σύγχρονος πολιτισμός τίς προόδους του. Μεταξύ δέ των επιστημών αυτών η Αστρονομία καί η Φυσική κατέχουν βεβαίως μή δετευρεύουσα θέση όχι τόσο γιατί υπήρξαν οι μητέρες της τεχνολογίας που τόσο σήμερα λατρεύουμε αλλά, κυρίως, γιατί συνεχίζοντας την κυοφορία, εγκυμονούν καί την τεχνολογία του αύριο που ούτε ξέρουμε, ούτε μπορούμε κάν να φαντασθούμε. Δύσκολο να υπολογίσει καί να απαριθμήσει κανείς τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι επιστήμες αυτές στήν ιατρική, στην βιομηχανία, στην ενεργειακή παραγωγή, την άμυνα αλλά καί στην ίδια την φιλοσοφία καί βιοθεωρία του ανθρώπου αφού οι ανακαλύψεις τους είναι τέτοιας εμβέλειας που επηρεάζουν ισχυρότατα την διαμόρφωση των συγχρόνων συστημάτων σκέψης.
Αφού λοιπόν τόσο συνδέονται η φυσική καί η αστρονομία με την τωρινή καί επερχόμενη καθημερινή μας ζωή είναι λογικό να αναρωτηθούμε από πού αντλούν τα κίνητρα καί την έμπνευσή τους αλλά κυρίως πως θα φροντίσουμε να καταστήσουμε τα ελληνόπουλα υποκείμενα ευχερούς μεταλαμπάδευσης της έμπνευσης αυτής: Γιατί δέν νομίζω ότι τούς διασφαλίζουμε ικανό βαθμό αυτοκαθορισμού μέ όλη τη σημασία της λέξεως όταν αντί για δημιουργούς εξελίξεων, τους προορίζουμε για καλούς πελάτες καί αγοραστές επιτευγμάτων που παράγονται «κάπου αλλού», «από κάποιους άλλους», με βάση επιστήμη που επινοήθηκε επίσης «κάπου αλλού» μέ μόχθο «κάποιων άλλων», την οποία εμείς αρκεί απλά «να αξιοποιήσουμε» με το ελληνικό δαιμόνιο, καί να «επωφεληθούμε». Η «συμμετοχή» στην ταχέως οδεύουσα πρός «οικουμενικοποίηση» κοινωνία δέν είναι άλλωστε το επίκαιρο σύνθημα της εποχής μας;
Δυστυχώς όμως, η Εκπαίδευση της χώρας μας, αντί, όπως θα έπρεπε, να διαδραματίζει ακριβώς αυτόν τον μεταλαμπαδευτικό της εμπνεύσεως ρόλο, πάσχει: η ελληνική εκπαίδευση στίς Φυσικές Επιστήμες διακατέχεται από ένα θεσφατολογικό σύνδρομο (που ενδημεί κατά κύριο λόγο και στίς χώρες της λατινικής αμερικής) που αναμφίβολα δέν προάγει την ουσιαστική καλλιέργεια των επιστημών αυτών στην Ελλάδα: Το όνομά του είναι «δι’ αποκαλύψεως διδασκαλία ή «η διδασκαλία των αυθεντιών». Κατ’ αυτό, η εντύπωση που αποκομίζει ο μαθητής από την παραδοσιακή «διδασκαλία» είναι ότι οι «επιστήμονες» έχουν ήδη ανακαλύψει ότι είναι να βρεθεί καί συνήγαγαν αδιαφιλονίκητα οριστικές αλήθειες, τίς οποίες θα πρέπει εμείς απλά «να τίς μάθουμε» διαβάζοντας το εκάστοτε βιβλίο καί κυρίως «νά μάθουμε να τις εφαρμόζουμε» έστω και μηχανικά εί δυνατόν σέ όλες τίς περιπτώσεις που μπορεί να μας παρουσιαστούν. Οταν κάτι τέτοιο ποτέ επιτευχθεί, τότε έχει …μεταγγισθεί η γνώση καί έχει επιτύχει απόλυτα το σχολείο στο ρόλο του!
Στο χώρο του ανεξερεύνητου παραμένουν βεβαίως ακόμα κάποια υπόλοιπα, αλλά αυτά είναι απλώς μερικές μικρολεπτομέρειες όχι καί τόσο σημαντικές με τις οποίες καταπιάνονται ορισμένοι «γραφικοί επιστήμονες» της εποχής μας. Εάν αυτό είναι το παραμένον ίζημα με το οποίο εγκαταλείπει το σχολείο ο μέσος μαθητής το μεθαυριανό στέλεχος της κοινωνίας καί των διοικητικών της μηχανισμών, τότε εξηγούνται τα πενιχρά ποσά που διοχετεύονται για Βασική Ερευνα στην Ελλάδα συγκριτικά με εκείνα που πάνε στην Τεχνολογία απο τους κατα καιρούς αξιωματούχους. Είναι ευνόητο, συνεπώς, γατί τελικά δέν έχουμε διεθνώς ανταγωνιστικούς δείκτες ακμής ούτε στην μία ούτε στην άλλη !
Ομως απο πού άραγε αντλεί το μέχρι τώρα εκπαιδευτικό σύστημα αυτή την σιγουριά κατηγορηματικότητα καί «στατικότητα» με την οποία μεταχειρίζεται τις επιστημονικές ανακαλύψεις του παρελθόντος; Αναμφίβολα είναι φαινόμενο αξιοπερίεργο καί αν μή τί άλλο κάποια στιγμή θα πρέπει μεμονωμένα να μελετηθεί. Πρός το παρόν θα ήθελα να επισημάνω δύο σημεία: τους έως αναχρονισμού βραδύτατους ρυθμούς με τους οποίους συντελείται η ενσωμάτωση της νέας γνώσης στην ραχοκοκαλιά της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα καί την μή συνειδητοποίηση ότι η συμμετοχή καί η βίωση της ερευνητικής στάσης καί νοοτροπίας (τού «τρόπου» δράσης δηλαδή των ερευνητών καί των αναζητητών της επιστήμης είτε αυτοί είναι «επαγγελματίες» είτε όχι), καθώς καί τού ίδιου του αποτελέσματος δηλαδή της παραγωγής νέας γνώσης, είναι πηγή συνεχούς ανανέωσης όχι μόνο του περιεχομένου αλλά καί της Διδακτικής Μεθοδολογίας Β’-βαθμιας εκπαίδευσης. Διαδόθηκε και επικράτησε, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Τί πιο καταστροφικό για την ίδια την συνέχιση της επιστήμης, τί πιό απομεμακρυσμένο από τα αληθινά αισθήματα των πραγματικών επιστημόνων που ανέκαθεν τροφοδοτήθηκαν από την εμπειρία του μυστηριώδους;
Αλλά και από υποδομή και οργάνωση δέν πάμε πολύ καλύτερα. Από πρωτογενείς διηγήσεις γνωρίζω πως όσες φορές έλληνες καθηγητές επισκέφθηκαν απροκατάληπτοι σχολεία της Γερμανίας καί Γαλλίας επέστρεψαν πίσω θαμβωμένοι από την εργονομία, τον ορθολογισμό τη λειτουργικότητα του σχολείου καί συνειδητοποίησαν άμεσα από ποιά στρατηγικά προετοιμασμένη συστηματική προετοιμασία έλκει την καταγωγή της η επιστημονική καί τεχνολογική υπεροχή άλλων λαών. Δυστυχώς η διαπίστωση αυτή συνοδεύεται από ένα αίσθημα λύπης καί απαγοήτευσης ότι στην Ελλάδα «δέν γίνεται τίποτα», ότι «είμαστε πολύ πίσω ακόμα». Βεβαίως κανείς δέν γνωρίζει άν η καλούμενη «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» θα υπερβεί ποτέ το στάδιο της εξεταστικής μεταρύθμισης για να λύσει το συγκεκριμένο πρόβλημα. Δέν την δοκιμάσαμε ακόμα. Ενα όμως είναι βέβαιο: η προγενέστερη κατάσταση διαμορφωμένη μέσα σε δεκαετίες ολόκληρες ήταν κατά κοινή ομολογία ατελέσφορη καί αδιέξοδη. Πολύ απέχει από το να δικαιούται να συνεχίζεται ως ειδυλλιακή. Ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί, προσχηματικά, ως αντίβαρο στό όνομα της διατήρησης της ανεξαρτησίας της ελληνικής εκπαίδευσης από την ζεύξη στο άρμα της παγκοσμιοποίησης προς την οποία, σύμφωνα με ορισμένους, οδηγεί η μεταρύθμιση. Αλλοι είναι οι βαθύτεροι καταλύτες της ανεξαρτησίας: Το εθνικό όραμα, η σκληρή εργασία για την πρωτογενή δημιουργικότητα. Πιστεύω ότι εκεί πρέπει να διοχετεύουμε όλη μας την αγωνιστικότητα.
Οσον αφορά την ταραγμένη ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, φοβάμαι πως όσοι δέν συνειδητοποιήσουμε την αξία των παραπάνω παραγόντων καί δέν αγωνισθούμε για αυτούς, ο καθένας σύμφωνα με τις οικείες δυνάμεις, με το πλήρωμα του χρόνου θα πλανηθούμε τόσο πολύ που θα περιορισθούμε στον άχαρο ρόλο της περιστροφής ως πρός ένα κέντρο στατικό, που το αποκαλούμε με εκείνο το όνομα που ιδεολογικά αντιπροσωπεύει τη σεβαστή «πιό επιφυλακτική» στάση, αλλά που -στην Ελλάδα τουλάχιστον- καθιερώθηκε να ηχεί αποκρουστικά: τον ‘Συντηρητισμό’. Δηλαδή, πιθανότατα, θα αγωνιζόμαστε λυσαλλέα να …παραμείνει καί η νύν εκπαιδευτική μεταρύθμιση όταν παρωχημένη πιά θα υποχωρεί από κάποια αντιμεταρρύθμιση του μέλλοντος.
Με τις σκέψεις αυτές κατα νού, οι δικές μας δυνάμεις μας οδήγησαν στην επινόηση καί προσπάθεια υλοποίησης του «Προγράμματος ΕΥΔΟΞΟΣ» [Σημ.2021: στο τέλος οδήγησε στην ίδρυση του ΚΙΕ-«Εύδοξος» το 2005]. Στό πλαίσιο του προγράμματος αυτού η εκπαιδευση φυσικών επιστημών της χώρας μας αποκτά ένα σύγχρονο αστεροσκοπείο μακρόθεν προσβάσεως, εξοπλισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Κανένας μας δέν μπορεί να επικαλεστεί πλέον ότι «δέν είχε τα μέσα» για γόνιμο καί δημιουργικό εκπαιδευτικό πειραματισμό στην σχολική καθημερινή πρακτική αφού η πάντοτε ελκυστική για τους μαθητές αστρονομία καί ο Ουρανός, το συναρπαστικότερο καί αεί διαθέσιμο εργαστήριο του σύμπαντος, του παρέχει πάντοτε νύχτα και μέρα μια σπάνια αναζητητική ευκαιρία.

Σμήνος Γαλαξιών

Γ. Γραμματικάκης και Ν. Σολωμός μέσα στο ΚΙΕ, κατα την ύστατη αναπτυξιακή φάση του Κέντρου το 2010.

