Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image

Kefalonia News | April 17, 2026

Scroll to top

Top

Γκουέρνικα-Γάζα: Μάρτυρες σε σφαγές του Απρίλη

Γκουέρνικα-Γάζα: Μάρτυρες σε σφαγές του Απρίλη
KefaloniaNews

  Neostrategy.gr   Πριν από 88 χρόνια, στις 26 Απρίλη του 1937 οι Γερμανοί ναζί ισοπέδωσαν τη Γκουέρνικα. Η φρίκη της σφαγής αποτυπώθηκε στη “Γκουέρνικα”  ένα από τα διασημότερα έργα του Πάμπλο Πικάσο για να θυμίζει το ανείπωτο έγκλημα. Στην κατάνυξη του Θείου δράματος σε ένα άλλο σημείο του πλανήτη, στη Γάζα, ισραηλινά βομβαρδιστικά συνεχίζουν να ρίχνουν βόμβες καίγοντας ανθρώπους ζωντανούς. Ανάμεσα τους και δημοσιογράφους. Κανείς δεν μπορεί να αποτυπώσει το μέγεθος της φρίκης και της σφαγής. Οι εικόνες φτάνουν στα Κοινωνικά δίκτυα από όσους καταφέρνουν να μείνουν ζωντανοί στην κόλαση. Πριν 88 χρόνια οι εικόνες από τις σφαγές έφθαναν μέσα από το χαρτί, τα γραπτά των ανταποκριτών πολέμου. Ο Νόελ Μονκς* ήταν ανταποκριτής που κάλυπτε τον Ισπανικό εμφύλιο για την εφημερίδα “London Daily Express”. Και ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που έφτασε στη βομβαρδισμένη πόλη μετά την επίθεση. Έγραψε για τη σφαγή και η περιγραφή του θα μπορούσε να αφορά τη σφαγή στη Γάζα…

Πέρασα μέσα από την Γκουέρνικα γύρω στις τρεισήμισι το απόγευμα. Η ώρα είναι κατά προσέγγιση και βασίζεται στο γεγονός ότι έφυγα από το Μπιλμπάο στις δυόμισι. Η κίνηση στην Γκουέρνικα ήταν μεγάλη. Είχε παζάρι. Διασχίσαμε την πόλη και πήγαμε έναν δρόμο που ο Άντον είπε ότι θα μας έβγαζε κοντά στη Μαρκουίνα όπου, απ’ όσο ήξερα, βρισκόταν το μέτωπο.Το μέτωπο ήταν, πράγματι, εκεί, αλλά η Μαρκουίνα όχι. Είχε ισοπεδωθεί από τα βομβαρδιστικά.

Βρισκόμασταν γύρω στα 18 μίλια ανατολικά της Γκουέρνικα, όταν ο Άντον έπιασε την άκρη του δρόμου, φρενάρησε και άρχισε να φωνάζει. Πάνω από τις κορυφές μερικών λόφων πρόβαλε ένα σμήνος αεροπλάνων. Καμιά δεκαριά βομβαρδιστικά πετούσαν ψηλά. Αλλά πολύ χαμηλότερα, δίνοντας την εντύπωση ότι περνούσαν ακριβώς πάνω από τις κορυφές των δέντρων, ήταν έξι καταδιωκτικά Χάινκελ 52. Τα βομβαρδιστικά πέταξαν προς τη Γκουέρνικα, αλλά τα Χάινκελ που αναζητούσαν κάποιο θήραμα, εντόπισαν το αυτοκίνητο μας και, φτερουγίζοντας σαν περιστέρια γύριζαν στις φωλιές τους, στράφηκαν προς το δρόμο – και προς το αυτοκίνητο μας. 

Ο Άντον και εγώ πηδήσαμε στην τρύπα που είχε ανοίξει μια βόμβα, 20 γιάρδες πιο πέρα. Ήταν γεμάτη νερό στη μέση και συρθήκαμε στη λάσπη. Στεκόμαστε σχεδόν μισογονατιστοί, μισοόρθιοι, με τα κεφάλια μας χωμένα στην λασπώδη πλευρά του κρατήρα.

Μετά από μία καλή ματιά στα Χάινκελ, δεν ξανακοίταξα ψηλά, παρά μόνο όταν έφυγαν. Μου φάνηκε σαν να είχαν περάσει ώρες, αλλά μάλλον ήταν λιγότερο από είκοσι λεπτά. Τα αεροπλάνα έκαναν αρκετά περάσματα πάνω από το δρόμο. Σφαίρες πολυβόλου καρφώνονταν στη λάσπη μπροστά, πίσω, γύρω μας. Άρχισα να τρέμω από φόβο. Μόλις την προηγούμενη μέρα ο Στιρ, που ήταν “παλιά καραβάνα” πια, με είχε “ενημερώσει” πως πρέπει να αντιδρά κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις. “Μένεις όσο πιο ακίνητος γίνεται. Μη σηκωθείς και αρχίσεις να τρέχεις, γιατί θα σε γαζώσουν στα σίγουρα”. 

Όταν έφυγαν τα Χάινκελ, έχοντας ξεμείνει από πυρομαχικά υποθέτω, ο Άντον και εγώ γυρίσαμε τρέχοντας το αυτοκίνητο μας. Λίγο πιο πέρα καιγόταν ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο. Το μόνο που μπορέσαμε να κάνουμε ήταν να σύρουμε στην άκρη του δρόμου δύο γαζωμένα από σφαίρες κορμιά. Έτρεμα ολόκληρος τώρα, κυριευμένος από τον πρώτο αληθινό φόβο που είχα γνωρίσει… Αλλά ξαφνικά η τρεμούλα πέρασε κι αισθάνθηκα ανακουφισμένος. Ήταν η εποχή – όσον αφορά τις ανταποκρίσεις από το εξωτερικό – που οι προσωπικές εμπειρίες αποτελούσαν θέμα, γιατί είχε να γίνει πόλεμος εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, αρκετά για να ξεχάσουν όσοι είχαν ζήσει το προηγούμενο και αρκετά για να κεντρίσει το ενδιαφέρον μιάμιση γενιάς που δεν ήξερε τίποτε από πόλεμο. Συνηθίζαμε να αποκαλούμε τις ανταποκρίσεις “προσωπικές” ιστορίες και όταν ο ισπανικός εμφύλιος έληξε το 1939, είχαμε βαρεθεί τόσο πολύ να γράφουμε για αυτές, όσο είχε βαρεθεί και το κοινό να τις διαβάζει.

Στους πρόποδες των λόφων που οδηγούσαν στην Γκουέρνικα, εγκαταλείψαμε το δημόσιο δρόμο και πήραμε έναν άλλον για να γυρίσουμε στο Μπιλμπάο. Στα αριστερά μας, από την πλευρά της Γκουέρνικα, ακούγαμε τις εκρήξεις των βομβών. Σκέφτηκα ότι Γερμανοί είχαν μετακινήσει ενισχύσεις από τη Σανταντέρ για να αναχαιτίσουν την υποχώρηση. Κατευθυνθήκαμε προς το Μπιλμπάο. Στην προεδρία ο Στιρ και ο Χοομ έγραφαν τις ανταποκρισεις τους. Μου ζήτησαν να φάμε μαζί στο ξενοδοχείο του Στιρ…

Είχαμε τελειώσει το πρώτο πιάτο, που ήταν φασόλια, και περιμέναμε να έρθει το μοσχάρι, όταν ένας κυβερνητικός αξιωματούχος, με δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα του, εισέβαλε στην τραπεζαρία κραυγάζοντας: “Η Γκουέρνικα καταστρέφεται. Οι Γερμανοί βομβαρδίζουν ασταμάτητα”. 

Η ώρα ήταν περίπου εννιάμιση το βράδυ. Ο λοχαγός Ρόμπερτς χτύπησε την πελώρια γροθιά στο τραπέζι και είπε: “Παλιογουρούνια”. Πέντε λεπτά αργότερα ήμουν σε μια απ’ τις λιμουζίνες που κατευθυνόταν προς την Γκουέρνικα. Απείχαμε τουλάχιστον δέκα μίλια από την πόλη, όταν είδα στον ουρανό την αντανάκλαση από τις φλόγες της Γκουέρνικα. Καθώς πλησιάζαμε, άντρες, γυναίκες και παιδιά κάθονταν ζαλισμένοι δεξιά και αριστερά από το δρόμο. Είδα έναν ιερέα σε μια ομάδα. Σταμάτησα τ’ αυτοκίνητο και τον πλησίασα. “Τι έγινε πάτερ;” ρώτησα. Το πρόσωπο του ήταν μαυρισμένο, τα ρούχα του σκισμένα. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Απλώς έδειξε τις φλόγες, σ’ απόσταση τεσσάρων μιλίων περίπου, και μετά ψιθύρισε: “Aviones…bombas…mucho…mucho” (Αεροπλάνα… βόμβες… πολύ… πολύ).

Σύμφωνα με την παράδοση των “προσωπικών” ανταποκρίσεων της εποχής, ήμουν ο πρώτος ανταποκριτής που έφτασε στην Γκουέρνικα και στρώθηκε αμέσως στη δουλειά από μερικούς Βάσκους στρατιώτες που μάζευαν καρβουνιασμένα πτώματα. Κάποιοι στρατιώτες έκλαιγα σαν παιδιά. Υπήρχαν φλόγες, καπνός και άμμος και η μυρωδιά της καμένης ανθρώπινη σάρκας ήταν εμετική. Σπίτια κατέρρεαν μέσα στην πύρινη κόλαση.

Στην πλατεία, σχεδόν περικυκλωμένοι από ένα πύρινο τείχος, βρίσκονταν κάπου εκατό πρόσφυγες. Οδύρονταν και έκλαιγαν και κουνούσαν το σώμα τους μπρος πίσω. Ένας μεσόκοπος μιλούσε αγγλικά. Μου είπε: “Στις τέσσερις, πριν κλείσει αγορά, ήρθαν πολλά αεροπλάνα. Έριξαν βόμβες. Μερικά κατέβηκαν χαμηλά και γάζωσαν τους δρόμους. Ο πατήρ Αρονατέγκουι ήταν θαυμάσιος. Προσευχόταν με τον κόσμο στην πλατεία, ενώ έπεφταν οι βόμβες”. Ο άντρας δεν είχε ιδέα ποιος ήμουν, απ’ όσο ξέρω. Μου έλεγε τι είχε συμβεί στην Γκουέρνικα.

Οι περισσότεροι από τους δρόμους της Γκουέρνικα άρχιζαν ή τελείωναν στην πλατεία. Ήταν αδύνατο να διασχίσεις πολλούς απ’ αυτούς, επειδή ήταν πύρινοι τοίχοι.. Τα ερείπια σχημάτιζαν πελώριους σωρούς. Έβλεπα θαμπές μορφές, μερικές μεγάλες, μερικές να έχουν γίνει στάχτη. Ξαναγύρισα στην πλατεία, ανάμεσα στους διασωθέντες. Είχαν την ίδια ιστορία να πουν, αεροπλάνα, σφαίρες, βόμβες, φωτιά.

Τα μόνα πράγματα που στέκονταν ήταν μια εκκλησία, ένα ιερό δέντρο, σύμβολο του βασκικού λαού, και, ακριβώς έξω από την πόλη, ένα μικρό εργοστάσιο πυρομαχικών. Δεν υπήρχε ούτε ένα αντιαεροπορικό όπλο στην πόλη. Ήταν μια αεροπορική επιδρομή…Ένα θέαμα που με στοίχειωνε για εβδομάδες ήταν τα απανθρακωμένα σώματα αρκετών γυναικών και παιδιών που είχαν συγκεντρωθεί σε κάτι που πριν ήταν το κελάρι ενός σπιτιού. Ήταν καταφύγιο.”

Μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες, όταν η θλιβερή ιστορία θα γινόταν γνωστή σε όλο τον κόσμο, ο Φράνκο θα κατηγορούσε αυτούς τους συγκλονισμένους, άστεγους ανθρώπους ως ψεύτες. Κάποιοι Βρετανοί, θεωρούμενοι ειδικοί, θα έρχονταν στην Γκουέρνικα, εβδομάδες μετά, όταν η μυρωδιά της καμένης ανθρώπινης σάρκας θα είχε αντικατασταθεί από τη μυρωδιά του πετρελαίου που είχε χυθεί εδώ και εκεί στα ερείπια από ανθρώπους του του Μόλα, και θα προέβαιναν σε πομπώδη σχόλια: “Η Γκουέρνικα πυρπολήθηκε εκ προθέσεως από τους κομμουνιστές”.

* Το κείμενο του Νόελ Μονκς περιλαμβάνεται στην ανθολογία “Τα Μεγάλα ρεπορτάζ”, Β΄Τόμος, Εκδόσεις Νάρκισσος, 2002.