Αμος Παμπαλονι στο Αργοστόλι
Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο να καταγράφουν λεπτομερώς οι εμπειρίες που αποκομίσαμε αυτές τις μέρες και οι συναισθηματικές διακυμάνσεις που νιώσαμε να μας πλημμυρίζουν και να ορίζουν την ψυχική μας ισορροπία. Διότι, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, με τρομακτική ταχύτητα, περνούσαμε από το παρελθόν στο παρόν, από τη συγκίνηση στην ευθυμία, από τη νοσταλγία στον τρόμο, από το δάκρυ στο χαμόγελο, καταργώντας έτσι κάθε χρονική αλληλουχία. Πρόκειται για τον Άμος Παμπαλόνι που βρέθηκε το 2000 στην Κεφαλονιά και έκανε τις βόλτες του στην Πλατεία Βαλλιάνου και καταλαβαίνετε τι πάθαν όσοι τον γνώρισαν. Πόση ώρα χρειάζεται για να διασχίσει κανείς την πλατεία της πόλης; Αν είναι μόνος του, θα του χρειαστούν δυο λεπτά, άντε το πολύ τρία. Οταν, όμως, αυτός ο κάποιος είναι δίπλα στον Αμος Παμπαλόνι, θα πρέπει να περιμένει ώρες ατέλειωτες. «Είναι ο Παμπαλόνι;». Γνέφαμε ναι, και οι άγνωστοι του σφίγγανε το χέρι, άλλοι πιο εκδηλωτικοί τον φιλούσανε εκ μέρους του πατέρα τους, «που έντεκα χρονών το ’43 είχε δει με τα μάτια του την τρομερή σφαγή της μεραρχίας “Ακουι”», ένας άλλος εκ μέρους του παππού του «που τον είχε σώσει από την πείνα ο ίδιος ο λοχαγός και αργότερα το είχε ανταποδώσει με το να κρύβει Ιταλούς στρατιώτες σπίτι του και να τους ταΐζει με την μπουκιά που είχε καταφέρει να βρει για τα παιδιά του». «Στα Φαρακλάτα, στο σχολείο που διδάσκει ακόμη, οι Ναζί είχαν κλείσει εξακόσιους Ιταλούς που τραγουδούσαν όλη τη νύχτα: “Mama son’ tanto felice perche ritorno date”. (Μητέρα είμαι τόσο ευτυχισμένος που επιστρέφω κοντά σου). Μα εμείς είχαμε κρυφακούσει τους Γερμανούς και ξέραμε ότι δε θα έβλεπαν την επόμενη αυγή. Και ήταν όλοι τους νέα παιδιά. Και κλαίγαμε όλο το βράδυ». (Από ρεπορταζ το 2000 του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ).




