Ακροδεξιά στροφή (Β’ Μέρος)
Η (ακρο)δεξιά παράγει πολιτική.
(Διαβάστε το Α’ Μέρος Εδώ)
Όσοι και όσες μεγαλώσαμε στη δεκαετία του 90, ζήσαμε την εποχή της ιδεολογικής «συμφιλίωσης». Η οικονομία πήγαινε καλούτσικα, το επίπεδο της διαβίωσης ήταν ικανοποιητικό, η παραοικονομία έδινε έξτρα εισοδήματα, οι μισθοί επαρκούσαν, η ανεργία δεν ήταν τόσο μεγάλη. Με λίγα λόγια ο καπιταλισμός δεν αμφισβητούνταν. Τα ΜΜΕ ήταν μοιρασμένα ενώ στην ανερχόμενη ιδιωτική τηλεόραση φιλοξενούνταν εκπομπές στις οποίες οι δημοσιογράφοι είτε ασκούσαν κάποιον έλεγχο στην εξουσία είτε διενεργούσαν ερευνητικό ρεπορτάζ με αποτέλεσμα κάποια ακραία παραδείγματα σκανδάλων να μην μπορούν να συγκαλυφθούν. Οι μεγάλοι αγώνες, οι κινητοποιήσεις του λαού έρχονταν από μη-οικονομικές αιτίες. Οι αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα του Κοντογιαννόπουλου και αργότερα του Αρσένη, το Μακεδονικό, και το 1999 οι ιστορικές διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο στη Σερβία ήταν τα σημαντικότερα highlights της δεκαετίας. Η διάλυση της ΕΣΣΔ είχε δώσει την εντύπωση ότι όπου να ‘ναι θα ξεμπερδέψει το σύστημα και με τα υπολείμματα της κομμουνιστικής Αριστεράς και θα προχωρήσει, όπως έγινε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, στην εποχή της πλήρους συναίνεσης. Ο δικομματισμός σημείωνε πολύ ύψηλα ποσοστά και ο πολιτικός διάλογος είχε πολύ σάλτσα αλλά λίγη ουσία.
Η άνοδος του Καραμανλή στην εξουσία προέκυψε ύστερα από την ανακάλυψη του περίφημου «μεσαίου χώρου» και για να γινει δυνατή έπρεπε –σύμφωνα με την ορολογία της εποχής- να απαλλαγεί η ΝΔ από τα βαρίδια της ακροδεξιάς που εξέφραζε ο Καρατζαφέρης. Η ΝΔ απέφευγε αποτελεσματικά οποιαδήποτε ταύτιση με ακραίες απόψεις μολονότι είχε ακόμα στο στελεχιακό της δυναμικό στελέχη της «λαϊκής δεξιάς» που μεταξύ μας, ήταν η κωδική ονομασία για την άκρα δεξιά. Προσπαθούσε να φιλοτεχνήσει ένα φιλελεύθερο προφίλ και ψιθύριζε τις λέξεις «ανταγωνιστικότητα» «ελεύθερη οικονομία» κτλ. Μέχρι και τις ιδιωτικοποιήσεις τότε «αποκρατικοποιήσεις» τις έλεγαν για να μην τις φορτίσουν αρνητικά.
Η χώρα έμπαινε σε μια κατάσταση ευφορίας, οι Ολυμπιακοί Αγώνες έδιναν τον τόνο, το Euro, το Eurobasket μέχρι και η Eurovision έδιναν μια ψευδαίσθηση ευτυχίας. Η τότε εμφάνιση νεοναζί στις κερκίδες της Εθνικής, ο Παναγιώταρος βαφτισμένος «πρόεδρος της Γαλάζιας Στρατιάς» οι επιθέσεις σε Αλβανούς μετανάστες και το ντροπιαστικό «δε θα γίνεις έλληνας ποτέ» θάφτηκαν μπροστά στο αίσθημα της εποχής. Την ίδια ώρα, ο Καρατζαφέρης συσπείρωνε συστηματικά και με δουλειά μυρμηγκιού όποιον έφευγε από τη ΝΔ, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να γίνει κάτι άλλο από ένα ριγιούνιον ακροδεξιών που χρησιμοποίησαν το ΛΑΟΣ σαν όχημα για να εισέλθουν στην πολιτική. Το εκλογικό κοινό τους ήταν κυρίως ηλικιωμένοι άνθρωποι, θαμώνες της εκκλησίας, απολιθώματα της χούντας και οπαδοί του βασιλιά. Παρά τις εκλογικές επιτυχίες του Καρατζαφέρη, ο πολιτικός τους λόγος παρέμενε εν πολλοίς περιθωριακός.
Αφού μεσολάβησαν 2-3 μνημόνια, φτάσαμε στην εποχή που η Δεξιά παράγει πολιτικό λόγο. Το φαινόμενο δεν είναι φυσικά ελληνικό, το παρατηρούμε παντού. Επιλέγοντας ως αντίπαλο την woke κουλτούρα και ιδιαίτερα κάποιες ακραίες τις εκφράσεις, βρίσκει το πεδίο εκείνο στο οποίο μπορεί να επηρεάσει μεγάλες μάζες κόσμου. Εφόσον οι ιδέες της ανταγωνιστικότητας και της ελεύθερης οικονομίας δεν είναι τοσο εύπεπτες για να τις καταναλώσει ο κόσμος που ζει με pass και δεν έχει να βγάλει το μήνα, το έριξε στο πεδίο που μπορεί να εκφέρει λόγο. Στον αντιδικαιωματισμό, στη συντήρηση και στο αθάνατο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια. Καταφέρνει να ανανεώσει το ιδεολογικό της οπλοστάσιο με την εξής συνταγή: «κινδυνολογία, εντοπισμός εχθρού, fake news, συνομωσιολογία, συντηρητισμός και Μεσιανισμός». Από δεκάδες μεριές και με κάθε τρόπο έρχονται τέτοιου είδους επιθέσεις. Θέλετε μερικά παραδείγματα:
– Αμβλώσεις: Υπάρχει δημογραφικός κίνδυνος, οι ξένοι γεννάνε και εμείς όχι, φταίει η αριστερά και ο φεμινισμός που κάνει τις γυναίκες να μην θέλουν να γίνουν μάνες, ο Σώρος δίνει επιδόματα στους μετανάστες, πρέπει η γυναίκα να είναι πρώτα μανούλα και μετά όλα τα άλλα.
– Προσφυγικό: Εισβολεις, Έβρος, έρχονται και βιάζουν και σκοτώνουν, τους στέλνει ο Ερντογάν και οι ΜΚΟ γιατί θέλουν να μην έχουμε ιστορία και έθνος, καίνε εκκλησίες, η χώρα πρέπει να καθαρίσει, παλιά κοιμομασταν με ανοιχτά παράθυρα.
– Εγκληματικότητα: Η χώρα είναι μπάχαλο, με τα πολλά δικαιώματα που έχουν δώσει στους κρατούμενους δεν εκτίουν σοβαρές ποινές, είναι έξω δύο εκατομμύρια δολοφόνοι με το νόμο Παρασκευόπουλου, χρειάζεται επαναφορά της θανατικής ποινής και δικαίωμα στην οπλοχρησια.
– Ιδιωτικά πανεπιστήμια: έχουμε μείνει 500 χρόνια πίσω, τα πανεπιστήμια είναι εστίες εγκληματικότητας, είναι τα χειρότερα στον κόσμο, οι καθηγητές βολεμένοι αριστεροί που αμπελοφιλοσοφούν, πρέπει να μπει μια τάξη εκεί με τα κωλόπαιδα τους φοιτητές που είναι όλη μέρα στα κόμματα.
Για να δει κανείς τι σημαίνει παράγωγή πολιτικού λόγου, αρκεί να παρατηρήσει τι λένε αυτοί που τους χαρακτηρίζουμε συνήθως «απολιτίκ». Τι γνώμη έχει για τους πρόσφυγες ένας άνθρωπος που δεν πολυασχολείται με την πολιτική και πιθανόν δυσκολεύεται να διακρίνει τον Σκέρτσο από τον Σταϊκούρα; Τι πιστεύει για τη δημόσια υγεία ένας άνθρωπος που δεν παρακολουθεί δελτία ειδήσεων; Τι γνώμη έχουν για τα ανθρώπινα δικαιώματα νέοι που δεν περνούν τη μέρα τους διαβάζοντας τουίτερ και σχολιάζοντας κάτω από αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου;
Πως το καταφέρνει αυτό; Αξιοποιώντας μια πλειάδα όπλων που διαθέτει. Θεσμικούς και κρατικούς φορείς, εκκλησία, στρατό, αστυνομία, μίντια, influencers και ό,τι άλλο βάζει ο νους. Custom-made μηνύματα απολύτως στοχευμένα σε κάθε διαφορετικό κοινό. Δεν θα μιλήσει ο Σαμαράς στους νέους για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά θα πει από το βήμα του συνεδρίου της ΝΔ για το σίριαλ για τη ζωή του Παϊσιου. Δεν θα μιλήσει η Νεφέλη Μεγκ στο θρησκόληπτο κοινό για τον κίνδυνο να μας εξισλαμίσουν αλλά θα αηδιάσει με τους νέους που κομματικοποιούνται στα πανεπιστήμια. Το οργισμένο στόρι μιας Λατινοπούλου για τις αξύριστες μασχάλες των γυναικών θα φανεί γελοίο, αλλά θα βρεί πολλές καρδούλες στο ίνσταγκραμ από νέους και νέες που θα συμφωνήσουν. Η Παναγιά η γκέισα, εκτός από το να εκθρέψει την ψεκασμένη συνομωσιολογία, είναι ένα σύμβολο ρομαντισμου: ξυπνάει τις επιθυμίες των συντηρητικών για την επιστροφή σε ένα φαντασιακό παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε, τότε που όλα ήταν σωστά και “κανονικά” και κανείς δεν θα τα έβαζε με τα ιερά και τα όσια μας.
Σκεφτείτε τι γίνεται σε «κλειστά συστήματα» όπως η Αστυνομία ή ο Στρατός. Που και που, ορισμένες από τις κορωνίδες της ιδεολογίας της Δεξιάς έρχονται σε ανύποπτο χρόνο για να «ξεπλυθούν». Για παράδειγμα, η ατάκα του Μητσοτάκη πριν λίγα χρόνια ότι «δεν είμαστε όλοι ίσοι» δεν του ξέφυγε. Το είπε, το κατέθεσε στη δημόσια σφαίρα, το καθάρισε.
Με τέτοιους τρόπους, χτίζεται σταθερά αυτό που ονειρεύονται και ποτέ δεν έκρυψαν: την ιδεολογική κυριαρχία της Δεξιάς. Αυτή η κυριαρχία θεμελιώνεται όσο βρίσκει κοινό που αναπαράγει και μεταδίδει τις ιδέες της. Για να γίνουν όλα αυτά εφικτά, οποιαδήποτε συζήτηση για την οικονομία πρέπει να μείνει στην άκρη. Χρειαζόμαστε επίσης ένα πρόσωπο, το οποίο θα είναι πάνω από εμάς, ανώτερος, κάτι σαν πρίγκηπας, που θα μας σώσει από όλα τα δεινά.
Αντιλήψεις όπως αλληλλεγγύη, δημοκρατία, δημόσιος έλεγχος, σεβασμός στα δικαιώματα, ανθρωπισμός, ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη χαρακτηρίζονται «λαϊκισμός» και εξοβελίζονται από το δημόσιο λόγο. Η ατζέντα επιβάλλει να συζητάμε πόσο ισόβια θα είναι τα ισόβια, να απαιτούμε αυστηρότερες ποινές αντί να εστιάζουμε στις κοινωνικές αιτίες του εγκλήματος ή στην πρόληψη. Να πρέπει να δηλώνουμε ότι το προσφυγικό είναι πρόβλημα και όχι ένα παγκόσμιο φαινόμενο με αιτίες γνωστές το οποίο θα έπρεπε να διαχειριστεί με όρους ανθρωπισμού και σεβασμού στο διεθνές δίκαιο. Να θεωρούμε φυσικό φαινόμενο ό,τι συμβαίνει στην αγορά και να μην αμφισβητούμε τον ιδιωτικό τομέα και την δήθεν ελεύθερη οικονομία.
Αυτά όμως ίσως τα πούμε στο Γ’ Μέρος…


