Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ

Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος
Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης
Η Ελλάδα προσφέρει. Τι εισπράττει;
Η πρόσφατη Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Τουρκία είχε ως επίκεντρο την ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος της Συμμαχίας, τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία και την ανάσχεση της Ρωσίας. Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι ο ανταγωνισμός με την Κίνα αποκτά πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά, έστω και αν δεν εκδηλώνεται ακόμη ως άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση.
Για την Ελλάδα, όμως, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στις γενικές αποφάσεις όσο σε ένα απλό ερώτημα: τι κέρδισε από αυτή τη Σύνοδο;
Ο πρωθυπουργός έθεσε δημοσίως το ζήτημα του τουρκικού casus belli (Αιτία Πολέμου). Ήταν μια ορθή υπενθύμιση μιας απαράδεκτης κατάστασης: ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ εξακολουθεί να απειλεί με πόλεμο ένα άλλο κράτος-μέλος. Ωστόσο, η διπλωματία δεν κρίνεται από το τι λέγεται, αλλά από το τι αλλάζει.
Υπήρξε κάποια αναφορά στο casus belli στα συμπεράσματα της Συνόδου; Όχι.
Υπήρξε κάποια δημόσια, ή έστω παρασκηνιακή πίεση προς την Τουρκία; Όχι.
Μεταβλήθηκε έστω και κατ’ ελάχιστον η στάση της Συμμαχίας απέναντι στις ελληνοτουρκικές διαφορές; Και πάλι όχι.
Αυτό δεν αποτελεί ίσως, προσωπική αποτυχία του Έλληνα πρωθυπουργού. Αποτελεί, όμως, άλλη μία επιβεβαίωση μιας διαχρονικής πραγματικότητας: το ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να συγκρουστεί με την Τουρκία για λογαριασμό της Ελλάδας.
Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα αναδείχθηκε ξανά σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της Συνόδου. Παρά τις διαφωνίες της με τη Δύση, παρά τις σχέσεις της με τη Ρωσία, παρά την οικονομική συνεργασία της με την Κίνα, παρά την εχθρική στάση της με το Ισραήλ και τη φιλική της συμπεριφορά με τη ΧΑΜΑΣ, κλπ, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως χώρα στρατηγικής σημασίας.
Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο δίδαγμα.
Στη διεθνή πολιτική δεν αρκεί να είσαι αξιόπιστος. Πρέπει να είσαι χρήσιμος και, ει δυνατόν, αναντικατάστατος.
Η Ελλάδα έχει επιλέξει εδώ και χρόνια να παρουσιάζεται ως ο πιο συνεπής σύμμαχος της Δύσης. Συμμετέχει χωρίς επιφυλάξεις στις αποφάσεις του ΝΑΤΟ, διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη και παρέχει σημαντικές στρατιωτικές διευκολύνσεις.
Η Τουρκία ακολουθεί διαφορετική στρατηγική. Συνεργάζεται με όλους χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με κανέναν. Συνομιλεί με τη Μόσχα, διατηρεί ανοικτούς διαύλους με το Πεκίνο, διαπραγματεύεται σκληρά με την Ουάσιγκτον και αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση ως μόνιμο διαπραγματευτικό όπλο.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ η Ελλάδα χαρακτηρίζεται συχνά ως «αξιόπιστος σύμμαχος», η Τουρκία αντιμετωπίζεται ως «αναγκαίος σύμμαχος». Και στις διεθνείς σχέσεις υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους δύο χαρακτηρισμούς.
Η ρεαλιστική σχολή των διεθνών σχέσεων, από τον Μπίσμαρκ έως τον Κίσινγκερ, υποστήριξε ότι τα κράτη δεν επιβραβεύονται για την καλή τους συμπεριφορά. Επιβραβεύονται όταν η συνεργασία τους είναι απαραίτητη και όταν η απώλειά τους δημιουργεί υψηλό κόστος.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την Τουρκία.
Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιγράψει την τουρκική εξωτερική πολιτική. Ούτε το μέγεθος ούτε η γεωγραφία της το επιτρέπουν. Σημαίνει όμως ότι η ελληνική διπλωματία οφείλει να αναρωτηθεί αν η σταθερή και δεδομένη ευθυγράμμιση με τους συμμάχους αρκεί από μόνη της για να παράγει πολιτικά ανταλλάγματα.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ δεν άφησε πίσω της μόνο αποφάσεις για εξοπλισμούς και αμυντικές δαπάνες. Άφησε και ένα χρήσιμο μάθημα πολιτικού ρεαλισμού.
Στη διεθνή πολιτική, ο «καλός μαθητής» δεν παίρνει πάντοτε τον καλύτερο βαθμό. Συχνά, μεγαλύτερη επιρροή αποκτά εκείνος που έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού ή να καταστήσει σαφές ότι χωρίς αυτόν το παιχνίδι δεν μπορεί να παιχθεί.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία στη σημερινή γεωπολιτική σκακιέρα.
Ίσως, η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική να μην είναι να αποδείξει ότι είναι αξιόπιστη, αλλά να πείσει ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διεθνή πολιτική, οι σύμμαχοι εκτιμούν την αξιοπιστία. Όμως, τελικά, επενδύουν σε εκείνους που δεν μπορούν να αγνοήσουν.


