Άκουσε ρε φίλε….
Ωραία είναι τα γράμματα. Τι ωραία δηλαδή, ό,τι ωραιότερο. Χώρια που χωρίς τα γράμματα δεν θα χα να φάω, μου δωσαν συγκινήσεις όσο ελάχιστα πράματα στη ζωή, και νομίζω, την ίδια μου την ελευθερία.
Αλλά φτάνουνε μόνα τους τα γράμματα; Δεν φτάνουν. Δεν φτάνουν περισσότερο απ’ το ψωμί, που λέει ο Άγιος Παύλος. Ουκ επ’ άρτω μόνον. Για αυτό σήμερα ο τόπος είναι γεμάτος ανθρώπους που ζουν μες στα γράμματα, διαβάζουν γράμματα, γράφουν γράμματα, αλλά δεν καταλαβαίνουν τι είναι ντροπή. Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι ντροπή να βρίζεις το Κομμουνιστικό Κόμμα. Που να ‘τανε όχι αυτό που είναι, εκατό φορές χειρότερο. Πάλι ντροπή θα ήταν. Βρίζεις αυτούς που σε μεγάλωσαν, αυτούς που πόνεσαν για σένα; Βρίζεις ένα κόμμα που το φτιαξαν οι κυνηγεμένοι και οι φτωχοί, ένα κόμμα που ο συλλογικός του πόνος, το συλλογικό του μαρτύριο, δεν έχει όμοιο; Ο νους σου ο μικρός δεν το χωράει.
Έλα που το βρίζεις. Ή χασκογελάς που το βρίζουν. Και τότε τι να σου κάνουν ή να μου κάνουν εμένα τα γράμματα; Να σε παραπέμψω στο Ριζοσπάστη ή στον Λένιν για να μάθεις τι θα πει τσίπα; Να μάθεις τι θα πει μετράω τα λόγια μου και το μπόι μου πριν ανοίξω τη στοματάρα μου και την αμολύσω; Να μάθεις πως στη ζωή είσαι ό,τι σέβεσαι;
Άχρηστο είναι. Εντελώς περιττό. Όπως και συ, περιττός είσαι — πανομοιότυπος και θλιβερός, θλιβερά πανομοιότυπος, χωρίς ίχνος, χωρίς δακτυλικό αποτύπωμα. Άχθος αρούρης, που λεγαν όταν ήμουν μικρός για τα χαμένα κορμιά. Ανάθεμά σε, κι εσένα, κι αυτούς που έτσι σε φτιάξαν!

