Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image

Kefalonia News | October 20, 2021

Scroll to top

Top

Λαμόγια στο Χακί

Λαμόγια στο Χακί
KefaloniaNews

Διονύση Ελευθεράτου: ΛΑΜΟΓΙΑ ΣΤΟ ΧΑΚΙ

Οικονομικά «θαύματα» και θύματα της χούντας

Εκδόσεις «Τόπος», Αθήνα, 2015, σελίδες 333 Μ.Σ. 17Χ24, τιμή 15,90 €

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Λαμόγια στο χακί» που παρουσιάζουμε εδώ Διονύσης Ελευθεράτος, Κεφαλονίτης – Ληξουριώτης στην καταγωγή, γιος του δημοσιογράφου και αντιστασιακού της κατοχής και κατά της χούντας Λευτέρη Ελευθεράτου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961 (σήμερα 55 ετών), σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο και δημοσιογραφεί από το 1986 αρχίζοντας από το εκπαιδευτικό ρεπορτάζ της τότε καθημερινής εφημερίδας «Πρώτη». Συνέχισε ως αρθρογράφος και σχολιογράφος πάνω σε πολιτικά, κοινωνικά και αθλητικά θέματα σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά, όπως και σε πολλούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Σήμερα είναι ραδιοφωνικός παραγωγός του «Κόκκινου 105,5».

Από τις εκδόσεις «Τόπος» που κυκλοφορεί το παρουσιαζόμενο βιβλίο «Λαμόγια στο χακί», έχει κυκλοφορήσει το 2010 και το βιβλίο του: «Εξουσία τι μπάλα παίζεις;».

Μελετώντας αυτό το βιβλίο, δηλώνω προκαταβολικά πως πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά και οικονομικά έργα που έχουν γραφτεί για την 7χρονη δικτατορία, για τη χούντα και την πολιτεία της. Αυτόν τον ισχυρισμό μας θα επιχειρήσουμε να τεκμηριώσουμε.

Ο συγγραφέας αρχίζει με τη δήλωση Στέλιου Ράμφου, που θεωρείται και… φιλόσοφος, πως «το 1974, όταν έφυγε η χούντα, άφησε μηδέν δημόσιο χρέος». Αυτή του η δήλωση έγινε σε εκδήλωση του «Ποταμιού» του κ. Σ. Θεοδωράκη, σε ακροατήριο που τον άκουγε με «‘ευλαβική’ προσοχή στις 2 Νοεμβρίου 2014», όταν «ο ειδήμων ομιλητής έπνιγε κάθε ίχνος ιστορικής –και μη επιδεχόμενης «φιλοσοφικές» τροποποιήσεις– αλήθειας. Πόσοι από το κοινό να ήξεραν, όμως; Πόσοι συνειδητοποιούσαν το μέγεθος της αρλούμπας που είχαν μόλις ακούσει» (Εισαγωγή, σελίδα 11).

Κι αυτά, όταν ακόμα κι ο «οικονομικός εγκέφαλος» της χούντας Ν. Μακαρέζος «την άνοιξη του 1974 εκτιμούσε ότι η χώρα χρειαζόταν υπέρογκα δανεικά για να αποφύγει την κήρυξη χρεοστασίου», (ό.π. ίδια σελίδα).

Την παρόλα περί μηδενικού δημόσιου χρέους επί χούντας, την έχουν παιανίσει Μιχαλολιάκοι προεκλογικά στον Ασπρόπυργο το 2012 και Αδώνιδες Γεωργιάδες «Η οικονομία το 1974 ήταν κούκλα» τον Οκτώβρη του 2011 σε τηλεοπτική εκπομπή και πολλοί άλλοι. Κι όλα αυτά σε συνάρτηση με το «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται» και το «ο Έλληνας μόνο με το βούρδουλα καταλαβαίνει».

Αυτά αποτελούνε την καθημερινή τροφή στα εκτροφεία φανατικών μη σκεπτόμενων όντων της Χ.Α. και όχι μόνο, του αγριανθρωπιστικού εθνικισμού που αντικαθιστά ως ρατσισμός την κοινωνιολογία με τη ζωολογία (ανωτερότητα της ράτσας).

Είναι γεγονός πως η κοινοβουλευτική περίοδος που διέρρευσε στη χώρα μας από την πτώση της χούντας και μέχρι σήμερα βρίθει σκανδάλων, μιζών, καταχρήσεων και αθλιοτήτων.

Αλλά αυτή η περίοδος η μεταπολιτευτική δεν είναι κάτι το ενιαίο πολιτικά, ούτε η γενιά του Πολυτεχνείου αποτελεί ενιαίο σύνολο για να έχει σαν σύνολο ενιαία πολιτική ευθύνη για τις μετά τη χούντα εξελίξεις. Ο διαφορισμός της κοινωνίας –της κάθε κοινωνίας– είναι ταξικός και τα πολιτικά επιτελεία των αστικών κομμάτων που κυβέρνησαν έκτοτε τη χώρα μας εκφράζανε και τα ρέστα τους εξακολουθούν να εκφράζουν και σήμερα τα ελληνικά καπιταλιστικά συμφέροντα εναντίον των εργαζομένων και του Ελληνικού λαού. Έτσι, αυτήν την πολιτική των σκανδάλων και της αρπαχτής, την χρεώνονται τα ελληνικά αστικά (καπιταλιστικά) κόμματα, τελείως συγκεκριμένα και όχι γενικά και αόριστα η μεταπολίτευση και η «γενιά του Πολυτεχνείου».

Όμως όλα αυτά τα «οικονομικά πεπραγμένα» τους δεν μπορούν να πλησιάσουν και να φτάσουν τις ρεμούλες της «αδιάφθορης» χούντας, που δεν έχουν ούτε αρχή, ούτε τέλος, ούτε μέση, ούτε άκρη.

Παρακάτω θα παραθέσουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα και στοιχεία από το βιβλίο, τελείως ενδεικτικά, συντελώντας έτσι στη σωστή πληροφόρηση των αναγνωστών μας και κυρίως της Νεολαίας, που πέφτει θύμα παραπληροφόρησης από κάτι «διανοητές» τύπου Ράμφου, και όχι μόνο.

Τα ψεύδη των κάθε είδους φασιστοειδών απολογητών της χούντας είναι ατέρμονα, από το «αυτοί τουλάχιστον πέθαναν στην ψάθα» του Γ. Καρατζαφέρη, και το «στο Πολυτεχνείο δε σκοτώθηκε κανείς». Το ότι και στην Κύπρο δεν συνέβη τίποτα δεν μας το είπαν ακόμα.

…………………………………………………………………………………

Ως προς το ότι η χούντα άφησε φεύγοντας το 1974 κατά τους οπαδούς και νοσταλγούς της μηδέν δημόσιο χρέος, ο Ν. Μακαρέζος, τον Απρίλη του 1974 είπε στον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, πως «δεν αποκλείεται επανάστασις, αυτήν την φορά προερχομένη εκ του λαού» και πως «κατά τους μετριώτερους υπολογισμούς η Ελλάς προ του Σεπτεμβρίου θα χρειασθεί ποσόν 1.800.000.000 δολαρίων, δια να δυνηθεί να αποφύγει την κήρυξιν χρεοστασίου» (ό.π. σελ. 303).

Η εξέλιξη του δημόσιου χρέους, στην περίοδο 1960-1966, αυτό αυξανόταν, «παραμένοντας όμως κάτω του 20% του ΑΕΠ» (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν). Επί δικτατορίας έφτασε το 1972 το 26,77 του ΑΕΠ. Ο ετήσιος μέσος όρος 1967-1973 ήταν 24,54% και το 1974-1977 κινήθηκε με μέσο όρο 23,51%, περίοδος της πρώτης διεθνούς οικονομικής (πετρελαϊκής) κρίσης της δεκαετίας.

Το δημόσιο έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ, προδικτατορικά, από 3% το 1960-1962, μειώθηκε στο 2,1% το 1966. Επί χούντας έφτασε το 4,8% το 1972 και το 1974 έκλεισε με 4,4%.

Στη μεταπολίτευση μειώθηκε στο μισό το ειδικό βάρος της δανειοδότησης από το εξωτερικό για την κάλυψη των ελλειμμάτων δημοσιονομικής διαχείρισης. Επί χούντας ήταν 30,5% και στην πενταετία 1975-1979, 15,7% (ό.π. σελίδες 304-305).

Αυτά είναι τα επίσημα στατιστικά επιστημονικά δεδομένα. Το δημόσιο χρέος, από κάτω του 20% επί του ΑΕΠ προδικτατορικά, επί δικτατορίας έφτασε το 26,77 το 1972 και ο ετήσιος μέσος όρος 1967-1973 ήταν 24,54%. Δηλαδή επί χούντας η αύξηση ήταν τεράστια.

Όσο για το δημόσιο έλλειμμα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, το προδικτατορικό 2,1% η χούντα το έφτασε στο 4,8%. Δηλαδή ήταν κι αυτό τεράστιο. Πολύ πάνω από το διπλασιασμό. Από 2,1% σε 4,8%. Δηλαδή 2,7% επάνω.

Και ο συγγραφέας τονίζει: «Ο μύθος της συνετής χουντικής διαχείρισης ‘φύτρωσε’ δεκαετίες αργότερα, επί μνημονίων, όταν το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα εξελίχθηκαν σε επίκεντρο των πάντων» (σελ. 306).

Και διευκρινίζει πως η χούντα κερδίζει τη δεύτερη θέση σε διαγωνισμό μυθοπλασίας σχετικά με το δημόσιο χρέος, γιατί την πρώτη την κερδίζουν οι νεοφιλελεύθεροι που λένε πως «η χώρα δεν θα αντιμετώπιζε σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα αν παρέμενε στην πρωθυπουργία για μερικά χρόνια (ή μερικές δεκαετίες) ακόμη ο… Κ. Μητσοτάκης», που πήρε το δημόσιο χρέος το 1990 στο 69,9% επί του ΑΕΠ και το παρέδωσε σε τριάμισι μόλις χρόνια, το 1993, στο 111,6%, δηλαδή αυξημένο κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες, που το ΠΑΣΟΚ στην επταετία 1982-1988 το είχε αυξήσει κατά 35 μονάδες.

Χρειάζεται λοιπόν απύθμενο θράσος, όταν δεν πρόκειται για αδαείς που καταναλώνουνε άκριτα χοντροειδείς μπαρούφες, των διάφορων Στέλιων Ράμφων, ενώπιον ακροατηρίου του «Ποταμιού» του Σταύρου Θεοδωράκη, κάποιος Γ. Σπηλιώτης στη μέση ποιητικής συλλογής (αχταρμά) και κάθε άλλος χουντικός, χρυσαυγίτης ή «κοινοβουλευτικός» αλα Άδωνι Γεωργιάδη, σας διαβεβαιώνουν για το αντίθετο.

Στο βιβλίο περιέχονται 26 στατιστικοί πίνακες με στοιχεία της εποχής, έγκυρων επιστημονικών πηγών, όπως η «Οικονομική Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, ΕΣΥΕ, ΣΕΒ, Καζάκος, European Communities, Eurostat, Statistics Luxembourg», ΥΠΕΘΟ, Υπουργείο Εργασίας και International Labour Organization.

Το έργο αυτό του Διονύση Ελευθεράτου φωτίζει όσο λίγα την εποχή της χούντας. Πρόκειται για πολύ αξιόλογο πολιτικό και οικονομικό έργο, που παρά την εξαιρετική σοβαρότητά του και τη διαχρονική σημασία και αξία του, δεν του λείπει και το κεφαλονίτικο – ληξουριώτικο – λασκαράτειο χιούμορ, από το οποίο εμφορείται, και λόγω ιδιαίτερης τοπικής καταγωγής, ο συγγραφέας.

 

Αθήνα, 7.10.2016                                                     Βαγγέλης Σακκάτος